ΚΟΡΑΗΣ ΔΑΜΑΤΗΣ 2009 Εκτύπωση
Συντάχθηκε απο τον/την Μαρία Κυριάκη   
Πέμπτη, 05 Νοέμβριος 2009 20:14

Κοραής Δαμάτης: Τα πόδια, γερά στη γη, η ψυχή, στα ουράνια...

 

Συναντηθήκαμε με τον Κοραή Δαμάτη ένα οκτωβριάτικο σούρουπο καταρρακτώδη βροχή, στο ήσυχο φουαγιέ του πανέμορφου νεοκλασικού που στεγάζει τα τελευταία χρόνια τις παραστάσεις και τα όνειρά του. Ξεκινήσαμε την κουβέντα για το έργο που ανεβάζει φέτος και την αφήσαμε να κυλήσει ως τα κρυμμένα των ψυχών και των σωμάτων... Ώσπου το σούρουπο έγινε νύχτα, κόσμος ήρθε και μια παράσταση άρχισε...

Το ξεκίνημα της σεζόν στο «Αγγέλων Βήμα» έγινε φέτος με τα «Ορφανά» του Λάιλ Κέσλερ. Το έργο γράφτηκε το 1983 και επιλέχτηκε στα πλαίσια αφιερώματος  που διοργανώθηκε στον χώρο, για τα κακοποιημένα παιδιά. Δύο ορφανά αδέλφια ο δυναμικός Τρητ, μονίμως μπλεγμένος σε παράνομες δράσεις και ανεξέλεγκτα επιθετικός  και ο κλεισμένος στον εαυτό του Φίλιπ, ένα παιδί με ιδιαίτερη κι ανώριμη ψυχοσύνθεση που δεν βγαίνει ποτέ έξω, ζουν μαζί σ’ ένα άθλιο σπίτι. Μια μέρα, στον ιδιωτικό τους χώρο εισβάλλει ένας παράξενος γκάγκστερ, επίσης ορφανός από παιδί, ο Χάρολντ, αποφασισμένος να αλλάξει τη ζωή τους και να τους προσφέρει τις ευκαιρίες που ένας «πατέρας» οφείλει στους γιούς τους. Ποιος είναι, τι απώτερους στόχους έχει και τι κρύβει το παρελθόν του, κανείς δεν γνωρίζει...

Τα ορφανά

Μας απασχόλησε πάρα πολύ η επιμονή του Χάρολντ  που εμφανίζεται στη ζωή των δύο ορφανών και δένεται μ’ αυτά τα παιδιά. Μπορεί να ήταν και πατέρας τους, -ο πατέρας τους τούς εγκατέλειψε- μπορεί να ήταν κι ένας άνθρωπος που τους οδήγησε να βγουν από τη στενωπό της ζωής τους. Πάντως, φέρνει πολύ μεγάλες αναταραχές και μαζί φέρνει και λύσεις αρκετές, και στη ζωή του μικρού και στη ζωή του μεγάλου. Είναι καταλύτης, πραγματικά, αλλάζει το έργο. Απ’ την άλλη είναι ένα έργο αναπάντεχο, έχει τρομακτική δράση, από σκηνή σε σκηνή ανατρέπονται τα πράγματα, κι αυτό ήταν και το πιο ενδιαφέρον και δύσκολο κομμάτι στο ανέβασμα.

Η αρμονία και η ρήξη ανάμεσά τους

Ο ίδιος ο μεγάλος αδελφός έχει κάποια στιγμή μια ρήξη με τον Χάρολντ, είναι η ρήξη που συμβαίνει μεταξύ γιου και πατέρα. Από την άλλη, να μην ξεχνάμε ότι έχει πάρα πολύ την αίσθηση του κινδύνου, είναι καχύποπτος και πιστεύει ότι κινδυνεύουν και αυτός και ο αδελφός του από όλους. Γι’ αυτό γίνεται και τόσο επιθετικός. Φέρνει τον άγνωστο άντρα στο σπίτι του, απλώς για να δει πώς θα τον κλέψει, τι καλό έχει πάνω του ώστε να το αρπάξει. Γι’ αυτό του παίρνει και το πορτοφόλι του στο πρώτο δεκάλεπτο, γι’ αυτό μετά τον δένει γιατί έχουνε την ιδέα και οι δυο να τον απαγάγουν και να ζητήσουν λύτρα. Ο στόχος τους αρχικά είναι να τον χρησιμοποιήσουν για να βρουν χρήματα. Σκέφτονται πώς θα μπορούσαν να ωφεληθούν απ’ αυτόν, ιδιαίτερα ο μεγάλος. Βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και όλοι τους οδηγούνται σε άλλες λύσεις, που φαίνονται τελείως παράλογες αλλά είναι απόλυτα λογικές. Ο ξένος γίνεται ένας από «μηχανής θεός» που λύνει τους κόμπους.

Σαν να προαισθάνεται το θάνατό του. Και σαν να ψάχνει κι αυτός μια οικογένεια για να βιώσει το αίσθημα αυτό για μια φορά στη ζωή του, λίγο πριν πεθάνει.

Αυτό που είπες είναι πολύ σωστό. Ξέρει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην πόλη του, στο Σικάγο, σ’ αυτή τη γυναίκα που τον περιμένει, γιατί όπως λέει, έχει κόψει όλες  τις γέφυρες. Άρα η γκαγκστερική του θητεία, του έχει δημιουργήσει πάρα πολλούς εχθρούς, από κάπου έχει πάρει χρήματα, έχει αφήσει ανθρώπους ξεκρέμαστους και βέβαια τον κυνηγάνε. Πιστεύω Μαρία, πως δύσκολα ίσως κανείς το βλέπει αυτό, ότι είναι ανάγκη να παραδώσει πέρα απ’ τη ζωή του, αυτήν την περιουσία που έχει σε ομόλογα και μετοχές στα δύο παιδιά για να τους εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Φαίνεται ανεπαίσθητα στο τέλος, όταν αφήνει αυτή την περίφημη βαλίτσα... ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν τα παιδιά πιο άνετα, πιο ανθρώπινα. Στο τέλος δεν ξέρουμε αν θα μείνει ο μικρός αδελφός στο σπίτι, δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχτεί η σχέση των δύο αγοριών... Τελειώνει το έργο με ένα ερωτηματικό. 

Δίνει στον ένα, ένα χάρτη, τον άλλο τον διδάσκει να ελέγχει τον εαυτό του.

Συμπληρώνω σ’ αυτό που λες...Τον μικρό τον βγάζει έξω απ’ το σπίτι. Βέβαια είναι καταπληκτικό. Για να δεις τι ωραία σύλληψη που έχει ο συγγραφέας , τον βγάζει έξω για να του δείξει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος εκεί αλλά τελικά υπάρχει κίνδυνος για τον ίδιο.  Είναι ένα έργο περίπλοκο και μας κάνει μεγάλη χαρά με τους ηθοποιούς που το δουλέψαμε, το ότι μπορέσαμε να αποσαφηνίσουμε πολύ μεγάλο κομμάτι του και, αυτό που λέμε στο θέατρο κατέβηκε στο κοινό, άγγιξε το κοινό. Δεν έμεινε η παράσταση στη σκηνή. Κατέβηκε στην πλατεία.  Παρόλο που δεν είναι τόσο εύκολο. Είναι περίπλοκο.

Είναι και σκοτεινό. Στην ουσία είναι ένα έργο που εισχωρεί σε κόσμο παρανόμων.

Αυτό είναι το παράδοξο του έργου, ότι μέσα από όλη αυτή τη σκοτεινιά, την κακουχία, τον υπόκοσμο, τη βία, διακρίνει κανείς ένα φως στην άκρη, φτάνει να είσαι ικανός να το δεις. Να θέλεις να ανοίξεις την πόρτα. Μπορούν να συμβούν πολλά πράγματα έξω από την πόρτα αλλά το θέλω σου πρέπει να είναι πανίσχυρο, να είναι πιο δυνατό από το φόβο σου και να ανοίξεις την πόρτα. Απέξω περιμένουνε θαύματα. Όχι μόνο καλά...

Ποιος είναι ο βασικός κωδικός σου επιχειρώντας το ανέβασμα ενός έργου;

Δεν θα σου πω τον κωδικό μου. Θα σου πω όμως το εξής. Σ΄ αυτή τη δουλειά υπάρχουν περίοδοι που καταπιάνεσαι με μεγάλα έργα και αναρωτιέσαι αν μπορείς να τα κάνεις. Πάντα αναρωτιέσαι. Κάποιες εποχές περισσότερο. Έκρινα, Μαρία, μετά από αρκετά χρόνια και αρκετά έργα, ότι εγώ θέλω να θεωρώ ταλέντο μου το εξής: Περιορίζω το Εγώ μου. Το μαζεύω, το βάζω λίγο στη γωνία να παρακολουθεί και  ν’ αφήνει τον συγγραφέα να αναπτύσσεται. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι  ο συγγραφέας. Τι μου λέει. Τι θέλει να μου πει. Όπως μπορώ εγώ να το καταλάβω, με τις δικές μου δυνατότητες. Γι’ αυτό τα ανεβάσματα των έργων μου δεν μοιάζουν το ένα με το άλλο. Πρώτο λοιπόν είναι να φανεί ο συγγραφέας, το μήνυμα, το νόημα του κειμένου, ο λόγος.  Από κει και πέρα με τους ηθοποιούς  υπάρχει ένας τρόπος που κι αυτός έχει εξελιχτεί με τα χρόνια και ολοκληρώνεται σιγά-σιγά, δεν έχει τελειώσει και δεν νομίζω να τελειώσει ποτέ. Προσπαθώ, κι αυτός είναι ο στόχος, τα έργα να επικοινωνούν με το κοινό. Ο ηθοποιός να μη χάνεται μέσα στο δικό του κόσμο αλλά ακόμα και η σκέψη που θα κάνει,  να ακουμπήσει πάνω στο θεατή. Πλήττω με το θέατρο που αρέσκεται στον εαυτό του. Το θέατρο μόνο για το θέατρο δεν με αφορά και ποτέ δεν με αφορούσε. Κι από τη στιγμή που είδα ότι σε κάποιες παραστάσεις έπληττα, είπα στον εαυτό μου:  «Κοίταξε, μην το κάνεις αυτό, αφού δεν σ’ αρέσει και δεν το πιστεύεις, μην το κάνεις».

Ποιο είναι το αδύνατο σημείο σου;

Η υπερβολή.

Ποιο είναι το δυνατό σημείο σου;

Η υπερβολή.

Να σου εξηγήσω για να μην τρελαθούμε μ’ αυτά που λέμε.  Εννοώ το μέτρο. Να μην είναι κάτι περισσότερο η παράσταση, απ’ όσο αντέχει. Πολλές φορές , αλλά και σαν χαρακτήρας είμαι έτσι και με τους φίλους μου και με τους αγαπημένους ανθρώπους γύρω μου. Επιμένω ότι πρέπει να χωρέσει το παλτό.  Μπορεί να μην μπορεί να χωρέσει αλλά εγώ επιμένω ότι πρέπει να χωρέσει. Θέλω πάντα, να πηγαίνουν τα πράγματα λίγο παραπάνω από κει που είναι. Όχι στην επανάληψη, όχι σε προκαθορισμένες κινήσεις, όχι, σβήνουμε το φως και πέφτουμε στο κρεβάτι όπως κάθε βράδυ.  Σε όλη μου τη ζωή λοιπόν, είτε την προσωπική, είτε την επαγγελματική, τα πράγματα θέλω να ανεβαίνουν λίγο παραπάνω από κει που έχουν φτάσει. Ακόμα και με κίνδυνο να πέσουν. Αλλά όχι στο ίδιο σημείο. 

Τι σε έκανε να σταθείς στις δύσκολες ώρες όρθιος;

Αυτό ερχότανε Μαρία από μέσα περισσότερο. Άκουγα τα λόγια των δασκάλων μου κι άκουγα και τους επαίνους, αλλά κάτι, ένα κάζο που έχω με εμποδίζει να αφήνω τους επαίνους να μπαίνουν στη ζωή μου και να την κανονίζουν. Τους ακούω, χαίρομαι μέχρις ενός σημείου αλλά από κει και πέρα θέλω να λύσω το γρίφο που λέγεται Κοραής. Κι όταν λέω Κοραής, δεν εννοώ  τα προσωπικά μου προβλήματα τα οποία υπάρχουν.  Με απασχολεί το  τι σημαίνει ένας άνθρωπος να έχει γεννηθεί, τι πρέπει να κάνει σ’ αυτό το διάστημα που ζει για να είναι, να φανεί -η λέξη θα φανεί  απλοϊκή, αλλά είναι στη μεγάλη της έννοια-  χρήσιμος. Να είσαι χρήσιμος. Αυτό. Σ’ αυτό συνηγορούν όλα και οι καλές μου πλευρές και οι κακές μου πλευρές. Γιατί  το να είσαι χρήσιμος έχει και παραπατήματα, έχει και εγκλωβισμούς , έχει και φυλακές συναισθηματικές που δεν φαίνονται από πρώτη ματιά. Άνετα μπορείς να φυλακιστείς, όχι μόνο σ’ ένα συναίσθημα αλλά και  σ’ ένα χώρο, σ' έναν τόπο, με την έννοια του προσωπικού τόπου, που να μην μπορείς να βγεις. Ήταν όμως μια αίσθηση που την ένιωθα από πολύ μικρό παιδάκι.

Μίλησέ μου για τα παιδικά σου χρόνια.

Γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια. Επειδή ήμουν αρρωστιάρικο παιδί με προβλήματα στα βρογχικά μου και λοιπά, κλεινόμουνα, με κλείνανε μάλλον, πάρα πολύ σπίτι. Δεν έπρεπε να παίξω, να ιδρώσω, να γελάσω, να κάνω όλα αυτά τα πράγματα που κάνουν τα άλλα παιδιά... Είχα βρει λοιπόν έναν τρόπο να είμαι συνέχεια στον κήπο. Πάντα με κυνηγούσαν οι γυναίκες που εργάζονταν στο σπίτι κι η μάνα μου η ίδια. Προσπαθούσαν να μου βάλουν παπούτσια, εγώ  δεν μπορούσα να βάλω παπούτσια... Μεγαλώνοντας βέβαια ένιωσα γιατί ήταν αυτή η ανάγκη να σέρνομαι στον κήπο που είχε εκεί το σπίτι, ξυπόλυτος. Χάζευα ώρες τις μυρμηγκοφωλιές ,  θαύμαζα πώς το μυρμήγκι κουβάλαγε συχνά ένα φορτίο μεγαλύτερο από το σώμα του, αυτό μου προκαλούσε μεγάλο θαυμασμό... Και χανόμουνα, έτσι να κοιτάω τα μυρμήγκια ή τις λιβελούλες ή τα σκαθάρια και τις πασχαλίτσες... Η μάνα μου τις έλεγε οι αγγελιαφόροι του θεού.  Έπρεπε να πω μια ευχή και να τις αφήσω να πετάξουν...

Αγκάλιαζα τα δέντρα γιατί πίστευα ότι θα μου λέγανε  πράγματα. Πίστευα πως τα δέντρα μιλάνε οπότε έβαζα το αυτί μου στον κορμό τους, περίμενα να ακούσω κάτι...Κάποια στιγμή βαριόμουνα βέβαια, γιατί είτε δεν άκουγα τίποτα είτε άκουγα πράγματα που ήθελα εγώ να ακούω . Έτσι συνήθως ξάπλωνα εκεί στο χορτάρι και παρατηρούσα διάφορα ώσπου στο τέλος κοιμόμουν... Ήμουνα ένα τεμπέλικο παιδί , άργησα και να περπατήσω, άργησα και να μιλήσω. Φαίνεται αρνιόμουνα να μπω σ’ αυτό που λέμε ζωή και κοινωνία, ήθελα να είμαι παρατηρητής. Αυτό το χρησιμοποίησα αργότερα πάλι σαν σκηνοθέτης, το να παρατηρώ. Να παρατηρώ όχι μόνο τους ηθοποιούς αλλά και τα πάντα γύρω μου. Τα πράγματα, τις καταστάσεις, τα συναισθήματα κάποιων δικών μου, τις εκφράσεις τους και τις πράξεις τους. 

Θυμάσαι μυρωδιές στην Αλεξάνδρεια;

Ναι. Στην Αλεξάνδρεια θυμάμαι πολλές μυρωδιές, θυμάμαι κυρίως το φως. Είχαν ένα ιδιαίτερο φως και η Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, που έμενα κάποια διαστήματα στις θειές μου. Αυτό το φως το πολύ λαμπερό της Αλεξάνδρειας και ο γαλάζιος ουρανός κι αυτό το κίτρινο φως του Καῒρου που έβγαινε μέσα από την έρημο, είχε το χρώμα της άμμου. Όλη αυτή η χώρα με γοήτευε και με γοητεύει ακόμα... Κάποια στιγμή στα τριάντα μου, Μαρία, πίστευα ότι  ήρθαμε στην Ελλάδα προσωρινά κι ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφα στην Αλεξάνδρεια. Ήμουνα σίγουρος γι’ αυτό... Κάπως έτσι ζούσα. Σαν τουρίστας. Στα σαράντα πέντε μου κατάλαβα ότι δεν θα ξαναγύριζα κι ότι η γέννησή μου εκεί ήταν κάτι το τυχαίο...  Ότι πια πατρίδα μου ήταν, όχι η Αίγυπτος αλλά η Ελλάδα. Αργότερα, όταν πέρασαν πάλι τα χρόνια, κατάλαβα ότι ούτε η Αίγυπτος είναι πατρίδα μου ούτε η Ελλάδα είναι πατρίδα μου. Δεν νομίζω ότι έχω πατρίδα, δεν ανήκω πουθενά, μάλλον.

Τα προβλήματα του θεάτρου στη χώρα μας;

Το θέατρο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι αμήχανο μπροστά σ’ έναν μαϊμουδισμό. Μετά είναι η παιδεία που λιγοστεύει ή μετατίθεται σε άλλους τομείς που δεν είναι ακριβώς εκπαιδευτικοί. Νομίζω πως εκεί είναι τα δύο προβλήματα του Ελληνικού θεάτρου, αν είναι ακριβώς προβλήματα. Σε τέτοια χώρα, που οι ηθοποιοί είναι λαμπροί γιατί η ψυχή τους το θέλει και η ανάγκη τους και η δύναμη που έχουνε είναι φανερή, αν υπήρχε και παιδεία, η Ελλάδα θα είχε το λαμπρότερο θέατρο.

Φωτίζεις εσύ τις παραστάσεις σου. Ποια είναι η σχέση σου με το φως;

Με ενδιαφέρει απόλυτα αυτό το κομμάτι της παράστασης. Το έκανα από πάντα. Στην  πρώτη μου παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, στη «Δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάις και τότε είχα κάνει φωτισμούς. Ο φωτισμός δίνει κίνηση, έχει δράση. Δεν λειτουργεί μόνο για να σε βοηθήσει φτιάξεις αισθητικά την εικόνα -που πολλές φορές μπορείς να χαθείς μέσα στο αισθητικό και να μην μπορείς να βγεις- είναι περισσότερο το να καταφέρεις ώστε  το φως να δρα, να λειτουργεί ακόμα και αντίθετα από αυτό που θες να βγάλεις, να είναι ακόμα μία γλώσσα, δηλαδή. Πιστεύω ξέρεις ότι είναι καλό ο σκηνοθέτης να γνωρίζει όσο γίνεται περισσότερα πράγματα. Ακόμα και το ρούχο, πώς πέφτει στο σώμα και τι θέλεις να δείξεις με το συγκεκριμένο ρούχο κι όχι με ένα άλλο. Ακόμα κι ο σκηνικός χώρος. Όσα ξέρει παραπάνω ο σκηνοθέτης, τόσο καλύτερο είναι. Από το πώς μπορεί να δουλέψει με έναν ηθοποιό όσο το πώς θα τον φωτίσει την κατάλληλη στιγμή. Πάντα με στόχο να σηκώνεται η σελίδα, που έλεγε κι ο Μινωτής, για να κατεβαίνει η παράσταση στο θεατή. Να γίνεται ζωή, έτσι; Αυτό.

Δεν είναι τόσο εύκολο...

Συναισθήματα που σου γεννά ο θάνατος.

Όσον αφορά τους αγαπημένους και στους γύρω μου μεγάλη λύπη και θλίψη. Σε μένα όχι κάτι ιδιαίτερο. Μια ησυχία. Φτάνει να μην σε περιμένουν απ’ την άλλη πλευρά και σου λένε, άντε πάλι απ’ την αρχή, δούλευε. Θα ήταν πολύ σκληρό.

Παρελθόν: Η μαγεία που κατατίθεται στο μέλλον

Πολλά πράγματα μου θυμίζουν στιγμές που δεν τις γνωρίζω. Όμως μου θυμίζουν στιγμές που δεν ξέρω καν αν είναι δικές μου ή αν έχουν συμβεί σε κάποιους άλλους κι εγώ απλώς ήμουν απέναντι. Πολλές φορές μέσα στη δουλειά μου τη σκηνοθετική, στριμώχνονται, βρίσκουν τρόπο να παρεισδύσουν σκηνές της ζωής μου που δεν πάει το μυαλό των ανθρώπων ότι μπορεί να τις έχω ζήσει. Λοιπόν είμαι από τους ανθρώπους , όπως και πολλοί άλλοι, που πατάω στο παρελθόν μου για να προχωρήσω. Το παρόν είναι κάτι που δεν με απασχολεί ιδιαίτερα γιατί νιώθω ότι  το παρόν δεν υπάρχει. Εξ άλλου απ’ την ώρα που αρχίσαμε να μιλάμε, το παρόν έχει γίνει ήδη παρελθόν. Το παρόν είναι το ανοιγοκλείσιμο του ματιού και τίποτα περισσότερο.  Έχουμε λοιπόν ένα παρελθόν κι ένα μέλλον που έρχεται είτε το θέλουμε, είτε όχι. Αυτά τα «να ξεπεράσω το παρελθόν μου, να το διαγράψω», μου ηχούν λίγο ανόητα, λίγο παιδικά.

Όλες αυτές οι ιδέες πώς πρέπει να διαγράψουμε το παρελθόν για να κτίσουμε ένα νέο μέλλον, δεν με ενδιαφέρουν Μαρία. Μπορεί να είναι πολύ σωστό αλλά δεν με ενδιαφέρει. Δεν ξέρω αν μια χώρα μπορεί να υπάρξει χωρίς το παρελθόν της αλλά ίσως οι άνθρωποι πια να μη θέλουνε και χώρες. Να θέλουν ένα μεγάλο κομμάτι της γης να ενωθεί. Δηλαδή επιδιώκουν αυτή τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» που προσωπικά μου προκαλεί μια δυσθυμία κι ένα συναίσθημα αποκαρδιωτικό. Πιστεύω και εύχομαι να μην πετύχει. Από κάθε άνθρωπο κι από κάθε χώρα στερεί τις ιδιαιτερότητές τους. Εγώ -λέω τώρα ένα παράδειγμα-  δεν μπορώ να δουλεύω όπως δουλεύουν στην Σκανδιναβία, ζώντας στην Ελλάδα που είναι δύο ώρες απόσταση από την Αφρική. Άλλο είναι η Ελλάδα που είναι κοντά στον Ισημερινό, άλλο η Σκανδιναβία κι άλλο είναι η Αλάσκα. Εγώ λοιπόν δεν μπορώ να τα ζυγίσω όλα αυτά.

Αν δεν είναι εκ του πονηρού αυτή η ένωση, είτε ευρωπαϊκή λέγεται είτε αλλιώς, είναι   μια τάση που νομίζω πως δεν ωφελεί την κάθε χώρα ξεχωριστά. Εύχομαι λοιπόν η παγκοσμιοποίηση να μην πετύχει. Να μην χαθούν τα στοιχεία της κάθε χώρας, του κάθε λαού, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά που είναι αναντικατάστατα. Για μένα δεν υπάρχει αυτό το «ουδείς αναντικατάστατος».  Όλοι μας είμαστε αναντικατάστατοι.

Συναρπαστικά πράγματα

Συναρπαστικός είναι ο έρωτας. Και μαζί και άκρως επικίνδυνος. Αλλά συναρπαστικός παρ’ όλα αυτά.  Συναρπαστικές είναι οι πρόβες ενός έργου. Συναρπαστικοί είναι κάποιοι άνθρωποι που θα ’θελες να ’ναι κοντά σου, δίπλα σου και έχεις την τύχη να τους έχεις. Συναρπαστικό είναι το να βλέπεις έργα συναδέλφων σου που είναι υπερβατικά.  Που έχουν φύγει. Υπάρχουν συναρπαστικά πράγματα γύρω μας. Είναι και οι πολύ μικρές λεπτομέρειες πολλές φορές.  Συναρπαστικά βρίσκω πολλά που άλλοι ίσως να μην τα βρίσκουν. Κι η τρικυμισμένη θάλασσα με συναρπάζει... Αλλά ακόμα χαίρομαι όταν ακούω όλα μου τα καναρίνια να τραγουδούν. Και πάει το ένα να παραβγεί το άλλο. Ένα συναρπαστικό πράγμα για μένα είναι η λειτουργία του σώματος. Ήθελα να γίνω χειρουργός. Με ενδιέφερε Μαρία πολύ το σώμα.  Με ενδιαφέρει το μέσα σώμα. Το βρίσκω ένα λαμπρό πράγμα. Το πώς λειτουργεί, το πώς το ένα βοηθάει το ένα όργανο το άλλο. Είναι συνταρακτικό. Εγώ έχω μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα. Και διαβάζω περιέργως ιατρικά βιβλία. Υπάρχουν πολλά συναρπαστικά πράγματα. Φτάνει να έχεις ανοιχτά τα μάτια σου και τ’ αυτιά σου. 

Κάτι που σε σόκαρε;

Όταν άκουσα ότι άνθρωπος μορφωμένος, γιατρός τέλος πάντων, πενήντα χρονών δεν είχε πάει θέατρο. Για πάρα πολύ καιρό, έμεινα σιωπηλός γιατί δεν μπορούσα να το κατανοήσω. Είπα, τι δουλειά είναι αυτή τώρα που νομίζεις ότι κάνεις; Κι υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν έχει πάει στο θέατρο γιατί δεν τον ενδιαφέρει. Αγρίεψα.

 

Τι θα έλεγες σ’ έναν νέο ηθοποιό...

Ότι είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά. Έχω την εντύπωση ότι μπορεί και να μην του έλεγα και τίποτα γιατί ... Γιατί είναι μια εποχή... Εγώ δίδασκα 29 χρόνια στις σχολές. Δεν τα ’κανα τριάντα, μείνανε είκοσι εννιά. Είναι δύσκολο, ενός νέου ανθρώπου, να του πω πια κάτι... Νομίζω ότι πρέπει να βλέπει τα γύρω του, τα οποία είναι πανίσχυρα. Εννοώ την τηλεόραση που δείχνει ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα κι έτσι καμιά φορά οι νέοι άνθρωποι έχουν την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι πάρα πολύ απλά, ότι φτάνουν στα όρια του απλοϊκού ώρες-ώρες. Μόνο όταν δουλεύω με νέους ανθρώπους μπορώ να πω αυτά που αισθάνομαι, αυτά που γνωρίζω... Δεν θέλουν εύκολα συμβουλές. Και δεν ξέρω αν μπορώ να πω κάτι. Προσπαθώ να μην πω. Να μην μπω καθόλου σ’ αυτή τη λογική. Θέλω να το αποφασίσει ο άλλος, μόνος του.

Κι εγώ όταν άρχισα χορό και θέατρο δεν ρώτησα κανέναν. Κι οι γονείς μου δεν το ξέρανε. Κάποτε  πια έπρεπε να πάρω διαβατήριο γιατί άρχιζε μια μεγάλη περιοδεία χορού στο εξωτερικό για τρεισήμισι μήνες, σε έξι-επτά χώρες. Και τα πράγματα δυσκόλεψαν. Έπρεπε  να βγάλω διαβατήριο. Τότε το μάθανε. Δεν ρώτησα  κανέναν τότε που το ’κανα. Το ήθελα, το φανταζόμουνα...Το έβλεπα να γίνεται. Και το ’κανα χωρίς να ρωτήσω κανέναν και χωρίς να πάρω τη γνώμη κανενός. 

Οι αγαπημένοι σου δημιουργοί

Ο Ντάρελ προφανώς με το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο. Είναι μια τετραλογία που διάβασα τρεις φορές μέχρι σήμερα. Από ποίηση είναι και ξαναείναι ο Σεφέρης, ξανά και ξανά ο Καβάφης, ο Ντοστογιέφσκι ο οποίος ακόμα με τυραννάει. Και πολλά βιβλία περί θρησκειών που ενώ τα κατανοώ , ξανάρχονται και ξανάρχονται. Βιβλία όχι για την ορθοδοξία, γενικά περί θρησκειών. Όλες οι θρησκείες με γοητεύουν. Προσπαθώ να βρω το κλειδί  που τις ενώνει. Άμα ασχοληθείς βλέπεις -γιατί είναι και εύκολο να το δεις, δεν είναι τίποτα τρομερό- τους κύκλους της κάθε θρησκείας που συναντιούνται με τους κύκλους της άλλης. Αυτό σε γοητεύει, γιατί νιώθεις ότι έχει γίνει μια ανταλλαγή  ή και καμία ανταλλαγή... απλά συναντήθηκαν κάποια στιγμή οι προθέσεις. Μέσα από όλους αυτούς τους δρόμους συνειδητοποιείς τους φόβους του ανθρώπου, αυτούς που απ’ την αρχή γεννήσανε τις θρησκείες και που τις αναπτύξανε όσο τις αναπτύξανε...

Ο άνθρωπος;

Ο άνθρωπος έχει παλέψει πολύ για να φτάσει ως εδώ. Βέβαια τα τελευταία διακόσια πενήντα χρόνια έχει γίνει υπερφίαλος και πιστεύει ότι είναι ο μόνος που έχει δικαιώματα στον πλανήτη. Έχει τέτοιες ψευδαισθήσεις. Κι έχω την εντύπωση ότι κάποια στιγμή θα μας βαρεθεί ο πλανήτης, θα κάνει ένα τίναγμα σαν σκύλος που τον λούζεις και σου τινάζει τα νερά και θα μας αφαιρέσει. Σαν μικρόβια που πλήθυναν κι έχουν καταλάβει πια όλο τον οργανισμό και τον αρρωσταίνουν. Νομίζω κάποια στιγμή θα συμβεί. Δεν ξέρω με τι μορφή και δεν ξέρω αν θα ζω, δεν νομίζω να ζω αλλά ότι θα συμβεί, θα συμβεί... Αν δεν ακούσει ο άνθρωπος τη γη. Κι αν δεν την αγαπήσει. Όχι να νομίσει ότι είναι μόνος του και κυρίαρχος. Να συνεργαστεί λίγο. Και μπορεί να το κάνει γιατί έχει την επίγνωση. Όχι μόνο με το μυαλό. Τα αισθάνεσαι και τα αναπνέεις τα πράγματα. Το χώρο, τον άνθρωπο, όλα τα αναπνέεις. Αυτή η ανάσα που κατεβαίνει στη λεκάνη μας είναι μεγάλη ιστορία. Στέκονται πάρα πολλά πράγματα εκεί. Ισορροπίες που αν τις βρεις, μαθαίνεις να σέβεσαι το μέσα και το γύρω σου.

Διαπράττουμε ύβρη.

Ναι. Εύκολα τώρα πια το βλέπεις. Σχεδόν σε όλα τα πράγματα Μαρία κι αυτό είναι μια πρόκληση. Το θέμα είναι τι προσπαθείς να παλέψεις, να το ελέγξεις έτσι ώστε να μην το αφήσεις να ριζώσει και να γίνει ολόκληρο δέντρο, που τότε δεν είναι πια εύκολο να το παλέψεις. Είναι αγώνας δύσκολος, μπορεί να μη φαίνεται, αλλά είναι. Και επεκτείνεται  από τις πολύ μικρές λεπτομέρειες μέχρι στο να δημιουργείς ένα έργο τέχνης. Αυτός είναι καθημερινός αγώνας, από το πρωί που ξυπνάς μέχρι το βράδυ που κοιμάσαι. Δεν αφήνεις να βγούνε αυτά τα αρνητικά στοιχεία που ο άνθρωπος διαθέτει. Γιατί ξέρεις,  την καταστροφή ο άνθρωπος την έχει, την διαθέτει.  Μην της δόσεις πολύ χώρο και δώσε χώρο στο να είσαι καλός. Όχι στο να είσαι καλός με την έννοια του κουτού ανθρώπου, ούτε του χριστιανικά καλού. Αλλά όσον αφορά τις ισορροπίες των πραγμάτων. Τις αρμονίες. Με ενδιαφέρει αυτή η αρμονία ανάμεσα σε σένα και τον κόσμο γύρω σου. Όταν δεν το παλέψεις πολύ και χαθεί αυτή η αρμονία θα βγουν όλα τα άλλα. Είναι σαν τα καρκινικά κύτταρα. Που δεν μπορείς να τα ελέγξεις. Αυτός ο αγώνας είναι καθημερινός. Κάποιες στιγμές ξεφεύγεις, ξαναμαζεύεις πάλι τον εαυτό σου, τον βάζεις κάτω, τον μετράς. Πάλι θα ξεφύγεις αλλά τουλάχιστον μεγαλώνοντας να γίνεσαι λίγο πιο γνώστης των πραγμάτων και να μην είσαι τόσο ευάλωτος πια στο να αφήσεις το σκοτεινό σου κομμάτι να παίρνει πολύ χώρο.

Τρέλα

Είναι μια γραμμή. Μπορεί να βρεθείς από πάνω. Μπορεί να βρεθείς από κάτω. Δεν είναι εύκολο να την κουμαντάρεις, εάν της αφήσεις πολύ χώρο να αναπτυχθεί. Πρέπει να την νιώθεις ή να την κάνεις σύμμαχο. Ν’ αφήνεις να τρελαίνεσαι όταν ερωτεύεσαι, όταν δημιουργείς, ν’ αφήνεις αυτό που έρχεται από μέσα, να οδηγηθεί να πάει κάπου. Εκεί μιλάμε για ένα θετικό αποτέλεσμα. Βέβαια Μαρία, νομίζω ότι δεν είναι κι αυτό εύκολο. Έχει κι αυτό μάχη. Δεν είναι του καναπέ πράγμα. Η τρέλα δεν έχει κουμπί να τη βάζεις μπροστά ούτε κουμπί να την σβήσεις. Λειτουργεί σχεδόν ερήμην σου εφόσον τη φιλοξενείς.  Έχει τη δική της τρέλα, η τρέλα. Και το έργο που ετοιμάζω τώρα, το «Εσύ και τα σύννεφά σου» του Ερίκ Βεστφάλ, το έχει αυτό το στοιχείο, το πόσο τρέλα δημιουργείς εσύ και το πόσο μπορεί η τρέλα να σου φύγει από τα χέρια και να γίνει καθεστώς. Αλλά και το πόση ευφυΐα αναπτύσσεις μέσω της τρέλας. Ξέρεις κι η ιδιοφυία δεν είναι εύκολο να ζήσει. Αγωνιά πάρα πολύ και μάχεται. Είναι δύσκολο γι’ αυτήν να ζήσει κανονικά, συνήθως κρύβεται. Σε κάποιο τούνελ. Και που και που πετάγεται έξω, βάζει τις φωνές και ξαναχώνεται στο τούνελ.

Όπως όταν φεύγεις κι όταν επιστρέφεις...

Στη ζωή κάποιων ανθρώπων είναι ζωτική ανάγκη να φεύγουν και να επιστρέφουν. Ή αν θέλεις να φεύγεις και να βλέπεις τους άλλους δίπλα σου αλλά σαν να ’σαι κάπου αλλού. Χωρίς να παραλλάζει ο τρόπος που φέρεσαι. Δηλαδή δεν είναι επικοινωνιακό το θέμα, είναι βαθύτερο. Κάποιες φορές, πάω να γυρίσω πίσω κι όταν φοβάμαι πολύ δεν γυρίζω. Σπάνια έχω γυρίσει γιατί νίκησε τους φόβους μου η περιέργεια. Το να το γνωρίσω. Πολλές φορές δεν το τολμώ γιατί φοβάμαι το τι θα το κάνω. Απαιτεί αυτό το πράγμα το κομμάτι του. Είτε άνθρωπος είναι, είτε ζώο είναι είτε βιβλίο... Ζητάει το αντίτιμο. Δεν σου δίνεται τίποτα χωρίς αντάλλαγμα...

Ο διχασμός της φύσης, της ανθρώπινης...

Το μισό μας κομμάτι ακουμπάει στη γη...Τελικά μας έχουν μείνει μόνο τα πόδια, και τα πόδια είναι ακόμα αυτά που κρατάνε την λεκάνη κάτω. Και το άλλο κομμάτι μας τυραννιέται να πάει πιο ψηλά, είναι και το μυαλό κι η ψυχή και παλεύει να φτάσει σε ανώτερα πράγματα. Αυτή η μάχη τώρα, του να με κρατάει κάτι στη γη, η τροφή μου, το σεξ μου, το νερό μου και το άλλο το πνεύμα η ψυχή η ανάσα να θέλει να φύγει... Ε!  αυτός είναι ένας πολύ ενδιαφέρων αγώνας και ιδιαίτερα όταν τον αντιλαμβάνεσαι. Και τον ζεις καθημερινά. Από τη μία κάνεις σπουδαίες σκέψεις κι απ’ την άλλη ποθείς τον άνθρωπο που βλέπεις απέναντι. Αυτό δεν πρέπει να μας γεμίζει ενοχές και να μας μπλοκάρει. Οι δυτικές θρησκείες ιδιαίτερα μπλοκάρουν το σεξ, ήταν κι ένας στόχος αυτό. Γιατί όσο βάζεις ενοχές στους πιστούς σου, τόσο βαστάς και τα πράγματα πιο ζεστά στη θέση τους. Άντε τώρα εσύ να παλεύεις να αποενοχοποιηθείς για κάτι που θέλεις και να προσπαθείς να ισορροπήσεις τα δύο σου κομμάτια... Καλά κάνουν και θέλουν διαφορετικά πράγματα αυτά τα δύο κομμάτια. Αλλά είμαστε ένας ο άνθρωπος, δεν είμαστε ο πνευματικός άνθρωπος τη μέρα κι ο χυδαίος τη νύχτα. Δεν γίνονται αυτά. Είμαστε όλο μαζί, ένα. Φτάνει να το αποφασίσουμε.

Στα μεγάλα σου ερωτήματα με τι απαντάς;

Με το ένστικτο. Με ένα ένστικτο που λίγο έχει ψιλοφθαρεί, δεν είναι και το καλύτερο πια. Και φυσικό είναι, γιατί δεν το χρειάζεται αυτή τη στιγμή η κοινωνία το καλό ένστικτο. Έτσι όπως γίνεται η δυτική κοινωνία, το μόνο που δεν χρειάζεται είναι το ένστικτο. Ό,τι απομεινάρια υπάρχουν εκεί μου απαντάνε. Πολλές φορές πέφτω μέσα. Άλλες, είναι η υπερβολή που τα χαλάει. Γίνομαι υπερβολικός στις κρίσεις μου. Και κει μου τα χαλάει και το ένστικτο.

Τα πράγματα τα καταλαβαίνεις με το μυαλό σου ή με την ψυχή σου;

Με το μυαλό μου τα καταλαβαίνω. Με την ψυχή μου τα αισθάνομαι.