ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΑ ΑΛΜΠΑ Εκτύπωση
Συντάχθηκε απο τον/την Μαρία Κυριάκη   
Τρίτη, 14 Ιούλιος 2015 20:00

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα
του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

alba1

Ανδαλουσία. Μετά την κηδεία του άνδρα της, η 60χρονη Μπερνάρντα Άλμπα, επιβάλλει στις πέντε κόρες της πολύχρονο κατ’ οίκον εγκλεισμό λόγω πένθους. Σε ένα σπίτι, χωρίς αντρική παρουσία, εισβάλλει ο Έρωτας και τα ανατρέπει όλα...

Η Μπερνάντα Άλμπα, η «Αυγή» όπως θα μετέφραζε κανείς στα Ελληνικά το επίθετό της, φαίνεται σε ένα πρώτο επίπεδο να είναι η απόλυτη εξουσία μέσα στο περίκλειστο σπιτικό της και να επιβάλλει στις κόρες της όλες τις ενίοτε και παράλογες προσταγές της. Όμως αν εμβαθύνει κανείς λίγο παραπάνω στο κείμενο και κυρίως στη δεδομένη συνθήκη του έργου, θα διαπιστώσει εύκολα πως υπάρχει μια αλυσίδα εξαρτήσεων η οποία περνάει από πρόσωπο σε πρόσωπο ορίζοντας αρμοδιότητες εξουσίας ή ανατροπής της. Η Άλμπα οφείλει να προστατεύσει έστω και με σκληρό τρόπο την οικογένεια της από τα «κακά στόματα». Είναι απόλυτα εξαρτημένη από τα ήθη της επαρχίας και της εποχής της ενώ γνωρίζει πολύ καλά πως αν το σπίτι της «ακουστεί» δεν υπάρχει καμία ελπίδα να παντρέψει έστω και μία από τις κόρες της. Κι ωστόσο δίνει μεγάλη σημασία στο «αίμα», στην καταγωγή, κάτι που ορίζει την μοίρα των κορών της οι οποίες καταδικάζονται να μείνουν ανύμφευτες και ταυτόχρονα εξαναγκάζει την ίδια να βρίσκεται διαρκώς στην κόψη ενός ξυραφιού. Η συνομήλικη της Πόνσια, η έμπιστη υπηρέτρια της, μπορεί να την επηρεάσει ως ένα σημείο και εύκολα την αντιστρατεύεται μέσα από μία «ταξική» έχθρα ενώ είναι ολοφάνερο στο κοινό, το πόσο βαθιά τη μισεί χωρίς αυτό να διαφεύγει και εντελώς από την Μπερνάντα. Το δολερό φίδι που στο όνομα της ηθικής ελέγχει ακόμα και την ανάσα των κοριτσιών του σπιτιού, πουλάει εξυπηρέτηση αλλά στην πραγματικότητα εκδικείται για κάθε ταπείνωση ή εξευτελισμό έχει υποστεί από την δυναστική κι οξύθυμη Άλμπα. Η Ανγκούστιας λόγω της κληρονομιάς από τον πατέρα της αποκτά ένα προνόμιο που δεν της ανήκει, να παντρευτεί τον όμορφο και νέο Πέπε Ρομάνο ο οποίος δικαιωματικά –λόγω ηλικίας- ταιριάζει στη μικρή αδελφή της. Θα πληρώσει το τίμημα μιας σκληρότατης απόρριψης αλλά η ίδια μέσα από την ύβρη λόγω της οικονομικής της ευχέρειας, έχει έρθει ήδη σε ρήξη με τις αδελφές της και διεκδικεί με λύσσα το «παράλογο». Η Μανταλένα, σίγουρη πια για το γεγονός πως θα παραμείνει γεροντοκόρη και έγκλειστη, έχει ποτίσει τα λόγια της με φαρμάκι και συμπεριφέρεται σαν δηλητηριώδες φίδι που δεν βλέπει την ώρα να επιτεθεί με ένα ακόμα ιοβόλο, λεκτικό χτύπημα.

alba2

Η Αμέλια μοιάζει τόσο αθώα αλλά στην πραγματικότητα μέσα της λυσσομανάει το άδικο καθώς βρίσκεται ανάμεσα στο «ράφι» και στον έγγαμο βίο αλλά με «χλωμή» προοπτική προς την δεύτερη εκδοχή. Κατασκοπεύει και προδίδει έμμεσα ελπίζοντας η μικρή Αντέλα να μοιραστεί μαζί της την ίδια ασφυχτική μοίρα. Η σωματικά ελλειμματική Μαρτύριο φέρει όλο το τραυματικό φορτίο της αναπηρίας της ενώ ταυτόχρονα θα έκανε οτιδήποτε για να εμποδίσει την μικρή αδελφή της να γευτεί εκείνον που η ίδια ποθεί κι η μεγάλη της αδελφή πρόκειται να παντρευτεί. Δεν είναι ηθικής φύσης οι προθέσεις της, απλά καταδυναστεύεται από ζήλεια κι ακατανίκητη επιθυμία. Είναι από όλες τις αδελφές εκείνη που μοιάζει περισσότερο στην Μπερνάντα. Στην κρίσιμη στιγμή επιβάλλεται με βίαιο τρόπο, προδίδοντας την Αντέλα κι οδηγώντας την ιστορία στο μοιραίο τέλος της. Η Αντέλα, η αγαπημένη της Μπερνάντα, έχει όλη την αλαζονεία της νιότης της, υπονομεύει τον γάμο της αδελφής της κλέβοντας της τον άντρα και με θρασύτητα της πετάει καταπρόσωπο τα δικά της δροσερά προσόντα αντλώντας χαρά όχι μόνο από τα κρυφά ερωτικά της σμιξίματα αλλά κι από την ταπείνωση που προκαλεί στην Ανγκούστιας. Ακόμα κι η υπηρέτρια που βρίσκεται στο σπίτι για τις βαριές δουλειές κρύβει μέσα της μίσος και δολιότητα, υποκρισία και ανηθικότητα αφού έχει υπάρξει ερωμένη για το κέρδος, του τελευταίου συζύγου της Άλμπα. Κέρδος που περιλαμβάνει φυσικά και την εκδίκηση προς το πρόσωπο της αλαζονικής κυράς της. Μισεί το ρόλο της σαν σκλάβας, αρνείται να βοηθήσει την πιο αδύναμη από αυτήν ζητιάνα και καταριέται τον αφέντη ταυτόχρονα με τον εαυτό της. Η Μπερνάντα πιστεύει πως είναι από άλλη πάστα όπως και όλοι οι φτωχοί αλλά στην πραγματικότητα μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερού. Το γεγονός ότι η μία υφίσταται την εξουσία που η άλλη ηδονικά εξασκεί πάνω της, αφορά μία συνθήκη ταξική που εύκολα μπορεί να ανατραπεί. Τέλος η μάνα της Μπερνάντα, η Μαρία Χοσέφα η οποία εμφανίζεται ως παρανοϊκή περσόνα και θύμα, είναι ακριβώς το ίδιο κάθαρμα με την κόρη της. Ενδιαφέρεται μόνο για τις ανάγκες της, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα, γίνεται βάρος σε όλους και αποκαλεί τις εγγονές της, βατράχια χωρίς γλώσσα. Η τρέλα της αποκαλύπτει ένα κράμα νοσταλγίας και μίσους. Οι εποχές που ονειρεύεται δεν έχουν υπάρξει ποτέ, όπως όλες οι γριές εξιδανικεύει την εποχή της και τον τόπο της, συμπεριφέρεται σαν παρανοϊκό νυμφίδιο, οραματίζεται μια απόδραση μέσα σε ψυχοπαθολογικό ντελίριο αλλά επικοινωνεί μια χαρά με την πραγματικότητα όταν έρχεται η ώρα να εκφράσει το μίσος της με δηλητηριώδεις ατάκες.

alba3

Είναι καλοκαίρι. Το σπίτι είναι περίκλειστο. Η Άλμπα γίνεται δεσμοφύλακας. Αλλά η κόλαση οφείλεται σε όλα τα φυλακισμένα θηλυκά που απαρτίζουν την ομάδα των θυμάτων, τόσο όσο και στον θύτη τους. Μέσα σ’ αυτή τη φιδοφωλιά όλες θα γευτούν το δηλητήριο, η μία της άλλης. Αν υποθέσουμε πως αυτή η κατοικία είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πως όλοι μας έχουμε βάλει μια ψηφίδα ώστε να μετατρέψουμε τον παράδεισο σε κόλαση, το καταφύγιο μας σε φυλακή. Ο οξυδερκής συγγραφέας στήνει έναν καθρέφτη μπροστά μας. Κι αν το είδωλό μας δεν μας είναι αρεστό, μπορούμε πάντα να ρίξουμε τις ευθύνες σε μια Άλμπα. Εκείνο που σίγουρα δεν μπορούμε να κάνουμε, είναι να αποφύγουμε να πληρώσουμε το τίμημα. Η «Αυγή» θα φωτίσει το τοπίο κι όλοι μας θα αποκαλυφθούμε βίαια. Και τότε ανάμεσα σε ηδονή και πόνο θα βιώσουμε το ντουέντε… Τη στιγμή, την ελάχιστη και συναρπαστική, που η ζωή κι ο θάνατος ερωτεύονται.

alba4
Ο Φεζολάρι διάλεξε να ζωντανέψει σκηνικά το εξαιρετικό αυτό δράμα μέσα από μια χορογραφία. Οι ηρωίδες, που θυμίζουν φιγούρες του Αλμαδοβάρ, κινούνται οργανωμένα, σε ορισμένους γοργούς ρυθμούς και με ατσάλινο σύστημα, ενώ το δράμα εναλλάσσεται με την κωμωδία κι η υπερβολή δίνει τη θέση της στην εσωτερικότητα. Η μουσική σύσταση του λόγου, ενός έργου γραμμένου από έναν συγγραφέα που υπήρξε και μουσικός, μετατρέπεται σε ένα ιδιόρρυθμο καμπαρέ όπου τα σπαράγματα των ήχων εναρμονίζονται με τις κραυγές και τους ψιθύρους των ηρωίδων. Το περίκλειστο σπίτι είναι από παντού «ανοιχτό». Πόρτες, παράθυρα, μπαλκόνια, σκοτεινές γωνιές, επιτρέπουν στα διεισδυτικά βλέμματα να εισχωρούν και να κατασκοπεύουν. Το ερμητικό σκοτάδι εμβολίζεται από δέσμες φωτός επώδυνα αποκαλυπτικές. Το σχήμα εκφράζει την υποκρισία κι η θραύση του, την αποκάλυψή της ενώ η αδιαλλαξία διαλύεται σε συναίσθημα και το συναίσθημα συναρμολογείται ξανά σε αδιαλλαξία. Το τιμ των ηθοποιών υπηρετεί με συνέπεια το όραμα του σκηνοθέτη, αναδεικνύοντας τις αποχρώσεις της ερμηνευτικής γραμμής του και το χιούμορ του. Μια παράσταση ενδιαφέρουσα, ζωντανή, αισθησιακή, πάλλουσα, άριστα οργανωμένη και καθόλου βαρετή.

alba5
Μετάφραση: Μαρία Σκαφτούρα
Σκηνοθεσία, μουσική επιμέλεια, φωτισμοί : Ένκε Φεζολλάρι
Δραματολογική Επεξεργασία: Ναταλί Μηνιώτη
Κοστούμια και Επιμέλεια Σκηνικού Χώρου: Χριστίνα Κωστέα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Στεφανία Βλάχου

Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου
Κομμώσεις: Τάσος Καστανιάς
Επιμέλεια μακιγιάζ: Make up lab by Yannis Marketakis

Παίζουν:
Δώρα Στυλιανέση
Μαρία Σκαφτούρα
Αντιγόνη Κουλουκάκου
Ελεονώρα Αντωνιάδου
Δανάη Παπουτσή
Aγάπη Παπαθανασιάδου
Βέφη Ρέδη (Vefi Redhi)
Φρύνη Θετάκη
Ξανθή Κρανίδη

Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη στις 21.30

Διάρκεια Παράστασης: 90 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Τιμές Εισιτηρίων: 10 € (γενική είσοδος), 5 € (μειωμένο για φοιτητές, σπουδαστές)

Βρυσάκι, Χώρος Τέχνης & Δράσης (Bρυσακίου 17, Πλάκα -Πληροφορίες/Κρατήσεις: 210 3210179 // www.vryssaki.gr // www.facebook.com/vryssaki) // e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Παραγωγή: People Entertainment