ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ Εκτύπωση
Συντάχθηκε απο τον/την Παύλος Λεμοντζής   
Τρίτη, 17 Ιανουάριος 2017 11:25

Μάνα κουράγιο

του Μπέρτολτ Μπρεχτ

mana1

Ο  Θόδωρος  Τερζόπουλος σκηνοθέτησε το 1982 στη  σκηνή  της Ε.Μ.Σ  τη Λίνα Λαμπράκη ως Άννα Φίρλινγκ, αντι-ηρωίδα του Μπρεχτ.  Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα ο Σέρβος  καταξιωμένος σκηνοθέτης  Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς  σκηνοθετεί τη Λυδία Φωτοπούλου  στον ρόλο  και πάλι για το Κ.Θ.Β.Ε. 
Ο Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς  επιστρέφει ύστερα από 13 χρόνια στο ΚΘΒΕ,  μετά τη «Φυγή» του Μπουλγκάκωφ   που σκηνοθέτησε το 2002 και τον «Πλατόνοφ» του Α. Τσέχωφ έναν χρόνο αργότερα. Έχει στο ενεργητικό του πάμπολλες  περγαμηνές, διεθνή βραβεία και θεωρείται στη Σερβία πρόδρομος του σύγχρονου θεάτρου. Αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή που συνοδεύουν το όνομα και το έργο του.
Ο Μπρεχτ, αντι-αριστοτελικός Γερμανός συγγραφέας, έγραψε  ένα έργο-χρονικό από τον 30ετή θρησκευτικό  πόλεμο ανάμεσα σε  Καθολικούς και Προτεστάντες. Ολοκληρώθηκε ως κείμενο  στα 1938-39 και πρωτοπαίχτηκε ως έργο  στη Ζυρίχη το 1942. Η Μάνα Κουράγιο ακολουθεί το στράτευμα, με έναν αραμπά-καντίνα, πουλώντας προμήθειες και ποτό για τους στρατιώτες. Χάνει και τα δύο της αγόρια στον πόλεμο. Η μουγκή κόρη της  πεθαίνει χτυπημένη από σφαίρα καθώς προσπαθεί μ’ ένα τύμπανο να στείλει μήνυμα στην πόλη Χάλλε για μια επερχόμενη επίθεση. Η Μάνα Κουράγιο απομένει μοναχή της με τον αραμπά της, γριά, ωστόσο αποφασισμένη να συνεχίσει το εμπόριό της.
Είχα μελετήσει πολύ το έργο πριν δω την παράσταση. Είχα  διαβάσει οτιδήποτε  γράφτηκε γι’ αυτό είτε ως βιβλίο, είτε ως παράσταση. Κράτησα μια σημείωση-αληθινό περιστατικό, που δημοσίευσε η «Καθημερινή» το  1991. Ο συντάκτης του κειμένου γνώρισε τη σύζυγο του Μπρεχτ, την Έλενα Βάιγκελ, γύρω στο 1960 και η οποία ήδη είχε ερμηνεύσει τη «Μάνα Κουράγιο». Της είχε πει ότι η Κατίνα Παξινού ετοιμαζόταν  εκείνη την περίοδο να παίξει τον ρόλο. Η Βάιγκελ αντέδρασε έντονα και είπε  ότι η Παξινού θα έκανε το έργο δράμα,  τραγωδία.  Η Άννα Φίρλινγκ  ήταν ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας άνθρωπος. Γυναίκα  δυναμική μα και αδίστακτη,  εμπορικό  δαιμόνιο που ξεπερνά τη μητρότητα  και  άτεγκτη τυχοδιώκτρια. 
  Ακριβώς αυτόν τον χαρακτήρα έπλασε αριστοτεχνικά   η Λυδία Φωτοπούλου και, προφανώς, αυτό ζήτησε και ο σκηνοθέτης. Κατανόησε ακέραια , η  Καβαλιώτισσα σπουδαία ηθοποιός,   το μπρεχτικό  μήνυμα  για το πώς αποδίδεται στη σκηνή η «Μάνα Κουράγιο».  Έτσι, έπλασε   μια γήινη εμπόρισσα , η οποία ζει όμοια με ύαινα από τον πόλεμο,  δίνοντάς του ακόμη και τα παιδιά της . Ανέπτυξε  τον ρόλο  με τα εξαιρετικά προσόντα της  κατά τέτοιον τρόπο, ώστε εισπράξαμε όλα τα σκαμπανεβάσματα μεταξύ ορθολογισμού και γυναικείας πονηριάς, καπατσοσύνης, συμφεροντολογικής  συμπεριφοράς,  μα και στιγμές συναισθηματικής μητρικής  έξαρσης, ενώ αποκωδικοποίησε  σταδιακά το κλειδί-κώδικα του συγγραφέα. Ο Μπρεχτ ήθελε να καταλάβει ο κόσμος ότι ο πόλεμος είναι παράλογος και ανθρώπων οδυνηρό έργο. Έγραψε την ιστορία μιας γυναίκας που σέρνει στη διάρκεια του τριακονταετή πολέμου τον αραμπά της και τα τρία της παιδιά, ως παραβολή εναντίον του πολέμου που είναι αρνητικός και για τον νικητή και για τον ηττημένο, εφόσον τους καταστρέφει  βιολογικά  και ηθικά.

mana2

Σ’ αυτό το πρότυπο  και η  έξοχη ερμηνεία  της  Λυδίας  Φωτοπούλου.  Είδαμε  μια μάνα-λέαινα  που έσερνε πεισματικά το κάρο της ( εμπνευσμένη καινοτομία να είναι ωσεί παρών το κάρο), σημαδεμένη απ’ τα χρόνια και τις κακουχίες, αλλά αποφασισμένη να διασχίζει πολέμους, να πουλάει εμπορεύματα, να διαπραγματεύεται σθεναρά, να ξοδεύει τη ζωή της σ’ έναν κόσμο που καίγεται, αλλά να υπομένει και να επιμένει να στέκεται  όρθια στα πόδια της. Κινήθηκε σε μια σταθερή γραμμή απόδοσης στην τρίωρη διάρκεια της παράστασης  και δικαίως χαρακτηρίστηκε  ο ακρογωνιαίος λίθος στο όλο  οικοδόμημα. 
  Οι υπόλοιποι  ηθοποιοί  σε ενιαίο ύφος, συντονίστηκαν με ακρίβεια στην εναλλαγή  ρόλων. Επρόκειτο για  ένα  αξιέπαινα  ομοιογενές   σύνολο που ακολούθησε τη σκηνοθετική γραμμή, ερμηνεύοντας διάφορους χαρακτήρες  με  τη μορφή  σκυταλοδρομίας και, πραγματικά, μια ακόμη φορά θαύμασα το  δυναμικό  του Κ.Θ.Β.Ε.  Ήταν  όλοι τους  μέσα στο πνεύμα του συγγραφέα, καμία  ασάφεια,  καθόλου γκροτέσκο ύφος , ούτε  θολή  η ατμόσφαιρα στο μιλιταριστικό  εύρος της γραφής ή στον αντιμιλιταριστικό οίστρο ηρώων συγκεκριμένης σκηνής.

Μια απορία που έχω  - δεν νομίζω να λυθεί ποτέ-  είναι γιατί ο σκηνοθέτης «χρησιμοποίησε» τρεις φορές κορίτσι σε ρόλο στρατιώτη,  εφόσον η δράση αναφερόταν σε  αγόρι–στρατιώτη.  Δεν κατάλαβα τον συμβολισμό. Αντίθετα, κατανόησα  εκείνον των μικροφώνων, έστω κι αν πολυφορέθηκε  πια  το «εύρημα», το οποίο  καλύτερα να το λέμε «κλισέ». Επειδή, λοιπόν,  οι σκηνές  του έργου αφηγούνταν  μια-μια και στη συνέχεια οπτικοποιούνταν  από τους ηθοποιούς, η αποστασιοποίηση από τον Μπρεχτ του 1940  ήταν επιβεβλημένη και  η ανάγνωσή της κατ’ αυτόν τον τρόπο,  εύκολη. 
Η μουσική - μια συνιστώσα της παράστασης εξίσου ενδιαφέρουσα με τις ερμηνείες-  είναι του Πάουελ Ντεσσάου, η οποία γράφτηκε  για την παράσταση του Βερολίνου το 1951 και  δεν ακολούθησε  ρομαντικά πρότυπα ούτε επρόκειτο για εύκολη σύνθεση. Ήταν ιδιαίτερη και υποχρέωνε  τον ηθοποιό-τραγουδιστή να κάνει δύσκολες  φωνητικές ακροβασίες. Η  Λυδία Φωτοπούλου ανταποκρίθηκε επαρκέστατα και σ’ αυτό το  δύσκολο  έργο, ενώ το λυρικό τραγούδι που ακούσαμε από τη μελίρρυτη κοριτσίστικη φωνή,  δημιούργησε ποιητική ατμόσφαιρα  συνεπικουρούμενη και από τους φωτισμούς. Θα πρέπει να πω εδώ, ότι οι φωτισμοί στην παράσταση  ήταν το αδύνατο  σημείο της. Μάλλον την αδίκησαν παρά της έδωσαν ατμόσφαιρα  και  στιλ. Σκοτεινή δράση, ελάχιστα φωτισμένα σημεία και χώροι, ενώ η  δεύτερη και τελευταία ποιητική εικόνα, όταν σηκώθηκε το κυκλόραμα και απολαύσαμε  στιγμιαία ένα χιονισμένο τοπίο με φωταγωγημένο κουκλόσπιτο, δεν άρκεσε  για να ξεκουράσει τα μάτια. Ο χαμηλός πρασινογάλαζος φωτισμός που κυριάρχησε στη σκηνή, ήταν κουραστικός. Ωστόσο, η παράσταση πέραν της Φωτοπούλου, είχε πολλές  αρετές και σύγχρονη, ξεκάθαρη μεταφορά.
 Το θέατρο του Μπρεχτ είναι κοινωνικό και επαναστατικό ταυτόχρονα.  Καταγγέλλει το δόλο και τις αντιφάσεις  της αστικής τάξης και αρνείται κατηγορηματικά τις  μεθόδους του παραδοσιακού θεάτρου. Η «Μάνα  Κουράγιο και τα παιδιά της» είναι έργο αντιπολεμικό, καταγγελτικό και ρεαλιστικό.  Ο συγγραφέας δια μέσου του τριακονταετούς  ευρωπαϊκού πολέμου  ανθρωπογράφησε  τον παραλογισμό του πολέμου , ιστορικοποιώντας την ευθύνη όχι μόνο αυτών που τον παράγουν αλλά και αυτών που τον υπηρετούν, τον συντηρούν, τον αποδέχονται ως μέσον εμπορίου και βιοπορισμού.  Το αντιπολεμικό μήνυμα της ιστορίας το εισπράξαμε από τη νέα παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε,  έστω κι αν η  πολυβραβευμένη  Σερβική μπαγκέτα  είχε  περισσότερη ψύχρα, παρά ψυχή.
 Δείτε την παράσταση. Η Λυδία Φωτοπούλου  και οι δεκαπέντε ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε μοχθούν επί σκηνής, υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την υποκριτική τέχνη και προσφέρουν συγκίνηση.

mana3
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Νικίτα Μιλιβόγεβιτς
Μουσική: Πάουλ Ντεσσάου
Σκηνογραφική επιμέλεια-Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Διεύθυνση ορχηστρικού συνόλου: Νίκος Καπετάνιος
Hχητικός σχεδιασμός-Μουσική διδασκαλία: Νίκος Γαλενιανός
Χορογραφίες: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλίας Παπαδόπουλος
Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Μαρία Μυλωνά
Οργάνωση παραγωγής: Ναταλία Λαμπροπούλου
 
Διανομή: Λυδία Φωτοπούλου (Mάνα Κουράγιο), Εμμανουέλα Μαγκώνη (Κάτριν, η μουγκή κόρη της), Ορέστης Χαλκιάς (Άιλιφ, ο μεγάλος γιος), Εμμανουήλ Κοντός (Έμενταλ, ο μικρός γιος), Ελευθερία Αγγελίτσα (Νέος στρατιώτης), Στελλίνα Βογιατζή (Υβέτ Ποτιέ / Μια φωνή / Νέος Αγρότης), Σοφία Καλεμκερίδου (Μάγειρας / Αγρότισσα), Γιώργος Κολοβός (Μάγειρας / Λοχίας / Ιεροκήρυκας / Στρατιώτης), Δημήτρης Μορφακίδης (Σιτιστής / Γέρος συνταγματάρχης / Παλιός στρατιώτης/ Ιεροκήρυκας / Αγρότης), Αγγελική Νοέα (Στρατολόγος / Στρατιώτης / Υβέτ Ποτιέ), Χρήστος Παπαδημητρίου (Στρατηγός / Ιεροκήρυκας / Αγρότης/ Γραφιάς / Στρατιώτης), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Λοχίας / Ιεροκήρυκας / Στρατιώτης), Αλέξανδρος Σιάτρας (Γραφιάς / Στρατιώτης / Λοχίας), Μιχάλης Σιώνας (Αυτός με τον επίδεσμο/ Μάγειρας).
 
Μουσικοί επί σκηνής: Άρτεμις Βαβάτσικα (μπαγιάν), Ιωάννα Γανίτη (τρομπέτα), Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (φλάουτο), Ηρώ Μενέγου     (πιάνο), Θεόφιλος Μπίκος (κιθάρα), Ανδρέας Παπακώστας-Σμύρης  (φλάουτο), Βαλεντίνη Παπανικολάου (κρουστά), Πασχαλίνα Τσέρνου (πιάνο).

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Εθνικής Αμύνης 2

Θεσσαλονίκη


Διάρκεια παραστάσεων: 20/10/2016-29/1/2017
 
ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ:
Τετάρτη 18:00
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21:00
Κυριακή 19:00
 
ΤΕΤΑΡΤΗ-ΠΕΜΠΤΗ:
Γενική είσοδος: 5 €
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:
Κανονικό εισιτήριο (Θέσεις πλατείας): 10 €
Εκπτωτικό εισιτήριο: 8 € (Θέσεις εξώστη, Φοιτητικό, Άτομα άνω των 65)
Ομαδικό εισιτήριο: 7 € (για κρατήσεις άνω των 20 ατόμων)
 
ΣΑΒΒΑΤΟ & ΚΥΡΙΑΚΗ:
Κανονικό εισιτήριο: 13 € (Θέσεις πλατείας)
Κανονικό εισιτήριο: 10 € (Θέσεις εξώστη)
Εκπτωτικό εισιτήριο: 8 € (Φοιτητικό, Άτομα άνω των 65)
 
Ομαδικό εισιτήριο: 7 € (για κρατήσεις 20 ατόμων και άνω)


ΑΝΕΡΓΟΙ: (για όλες τις παραγωγές του ΚΘΒΕ) Δωρεάν
Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. (20 θέσεις σε κάθε παράσταση για τις παραγωγές στο Βασιλικό Θέατρο, στην ΕΜΣ και στη Σκηνή Σωκράτης Καραντινός της Μονής Λαζαριστών / 10 θέσεις σε κάθε παράσταση για τις παραγωγές στο Φουαγιέ ΕΜΣ και στο Μικρό Θέατρο).
 
ΑΜΕΑ: Δωρεάν
Πολύτεκνοι: 5€
Δάσκαλοι-Καθηγητές: 10€
 
ΑΤΕΛΕΙΕΣ:
Εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις, ισχύουν ατέλειες ΕΣΗΕΜΘ, ΕΣΗΕΑ, ΣΕΗ, Τμημάτων Θεάτρου, Δραματικών Σχολών, Σκηνοθετών.