ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΚΥΡΙΕΥΕΙ ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ (ΤΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ) Εκτύπωση
Παρασκευή, 22 Ιούλιος 2011 17:34

ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΚΥΡΙΕΥΕΙ ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ

ΤΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:

ΜΙΧΑΛΗΣ: Νεαρός, αρραβωνιασμένος

ΑΝΝΑ:       Νεαρή. Η αρραβωνιαστικιά του Μιχάλη

ΕΥΓΕΝΙΑ:   Ηλικιωμένη γειτόνισσα

ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ

ΗΡΑΚΛΗΣ

ΑΪΝΣΤΑΙΝ

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΙΣΣΥ

ΒΟΣΚΟΣ: ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 

 

Α ΠΡΑΞΗ

ΣΚΗΝΗ 1

(Ο χώρος που εξελίσσεται, ένα σπίτι με κεραμίδια το εξωτερικό του, είναι εξοχική κατοικία σε ένα μικρό χωριό στη βόρια Ελλάδα, ανήκει στο Νομό Σερρών. Πιο πέρα φαίνονται μερικά σπίτια του χωριού. Το σπίτι είναι στα δεξιά της σκηνής, ενώ στα αριστερά ξεκινάει μια οροσειρά βουνών που φτάνει μέχρι το σπίτι και ακόμα πιο πέρα)

Από τα πρόσωπα, βρίσκονται στην σκηνή, ένα νεαρό ζευγάρι, φοράνε απλά καθημερινά ρούχα. Και οι δυο τους τζίν παντελόνι, κοντομάνικες μπλούζες, κρατάνε από ένα σάκο στο χέρι. Είναι καλοκαίρι και πρωί)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Επιτέλους φτάσαμε Αννούλα μου.

(Αφήνει ο Μιχάλης τον σάκο του, μετά και η Άννα)

ΑΝΝΑ: Δεν είναι και τόσο μακριά για να κουράστηκες.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όχι. Απλά σήμερα στην δουλειά είχαμε παραλαβή κοντέΪνερ και όσο να ‘ναι κουράστηκα.

ΑΝΝΑ: Αυτές τις δυο μέρες θα ξεκουραστούμε, μην φοβάσαι.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όλο σε γκρινιάζω. Συγνώμη!

ΑΝΝΑ: Μην το κάνεις θέμα. Σε καταλαβαίνω. Πάμε μέσα να τακτοποιήσουμε τα πράγματα μας

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ναι, να πάμε μέσα. Έλα πρώτα από εδώ να σου δείξω.

(Προχωράνε προς το ακροατήριο)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Βλέπεις εκεί κάτω; Είναι η λίμνη Κερκίνη. Είναι πολύ όμορφη. Έχει υδροβιότοπο.

ΑΝΝΑ: Φυσικά και θα με πας!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μάλλον αύριο. Πάμε κάτω στο κεφαλοχώρι να ψωνίσουμε και μετά πεταγόμαστε ως τη λίμνη. Εκεί πήγαινα πολύ συχνά με τα ξαδέρφια μου. Κάποιες φορές μάλιστα ψαρέψαμε. Άντε πάμε μέσα.

(Προχωράνε και μπαίνουν από την πόρτα του σπιτιού μέσα

 

ΣΚΗΝΗ 2

(Μια γριούλα πλησιάζει το σπίτι τους. Είναι μαυροφορεμένη, με ένα τσεμπέρι στο κεφάλι της. Κρατάει στο ένα χέρι το μπαστούνι της, στο άλλο μια σακούλα γεμάτη ντομάτες)

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Μιχάλη! Που είσαι παιδί μου;

(Ο Μιχάλης βγαίνει από το σπίτι, βλέπει την γιαγιά)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κυρ-Ευγενία. Τι ευχάριστη έκπληξη. Πόσο καιρό έχω να σας δω.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Είδα το αμάξι σου και σε κατάλαβα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι κάνετε; Πως είστε;

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Καλά είμαι παιδί μου. Εσύ πως είσαι;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Καλά είμαι κυρ-Ευγενία. Αρραβωνιάστηκα πριν 2 μήνες.

ΓΙΑΓΙΑ Ευγενία: Τα έμαθα. Εδώ την έχεις;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ναι μέσα είναι. Κάτσε να την φωνάξω.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Ναι παιδί μου. Να την γνωρίσω.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άννα, Αννούλα.

(Η Άννα βγαίνει από το σπίτι, φοράει φόρμες. Τους πλησιάζει)

ΑΝΝΑ: Καλημέρα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άννα αυτή είναι η κυρ-Ευγενία. Μένει λίγο πιο πάνω.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Έλα εδώ κόρη μου να σε φιλήσω.

(Η Άννα την πλησιάζει. Η γιαγιά την γέρνει πάνω της και την φιλάει)

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Όμορφη κοπέλα πήρες καλέ!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Η κυρ-Ευγενία είναι σαν γιαγιά μου, θυμάμαι τους κρύους χειμώνες, όταν έμενα εδώ στο χωριό. Η γιαγιά μου η Αυγή με μεγάλωσε μαζί της. Συγχωρέθηκε.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Θυμάμαι παιδάκι μου. Πέρασαν τόσα χρόνια, σαν να ήταν εχθές.

ΑΝΝΑ: Μιχάλη, μην είσαι αγενής. Κάλεσε την μέσα στο σπίτι να πιούμε κανένα καφεδάκι.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ναι, μα τι έπαθα. Ελάτε μέσα κυρ-Ευγενία.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Όχι παιδί μου. Να ήρθα για ένα γεια. Ήλπιζα να γνωρίσω την αρραβωνιαστικιά σου. Σας έφερα και μια σακούλα ντομάτες, θα έφερνα και κάτι άλλο, αλλά να, τα έδωσα εχθές στην Μαρία. Πριν δέκα μέρες κηδέψαμε τον άντρα της. Τα έχασε λίγο η καημένη.

(Η γιαγιά άπλωσε το χέρι της και ο Μιχάλης πήρε την σακούλα)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κρίμα για τον κυρ-Λευτέρη. Ήταν ήσυχος άνθρωπος. Πάντως ευχαριστούμε για τις ντομάτες.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Τίποτα, παιδί μου. Εσείς να είστε καλά.

ΑΝΝΑ: Ευχαριστούμε.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Ας πηγαίνω τώρα. Έχω να ποτίσω και τον μπαξέ. Αλήθεια, θα κάτσετε καιρό στο χωριό;

ΑΝΝΑ: Το Σαββατοκύριακο. Κυριακή απόγευμα θα φύγουμε. Δευτέρα πρωί δουλεύουμε.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Που;

ΑΝΝΑ: Εγώ έχω διοριστεί νηπιαγωγός, ο Μιχάλης αποθηκάριος.

ΓΙΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ: Καλά να είστε παιδιά μου. Αύριο ίσως περάσω το πρωί για καφέ.

ΑΝΝΑ: Και βέβαια να έρθετε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Θα σας περιμένουμε.

(Η γιαγιά φεύγει για το σπίτι της. Ο Μιχάλης και η Άννα μπαίνουν μέσα, κουβαλώντας τους σάκους τους. Ο Μιχάλης πήρε και την σακούλα με τις ντομάτες)

 

ΣΚΗΝΗ 3

(Η Άννα βγαίνει γρήγορα, κρατάει ένα μικρό σακίδιο πλάτης)

ΑΝΝΑ: Δεν είχε άδικο ο Μιχάλης. Το χωριό του είναι όμορφο.

(Κοίταξε γύρω της. Βλέποντας τα βουνά φώναξε)

ΑΝΝΑ: Μιχάλη, Μιχάλη αργείς;

(Ο Μιχάλης φωνάζει από μέσα)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τώρα. Έρχομαι.

(Ο Μιχάλης βγαίνει φορώντας φόρμες, πλησιάζει την Άννα)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έτοιμος για ορειβασία.

ΑΝΝΑ: Τι έχεις; Δεν σε βλέπω και πολύ καλά.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τίποτα. Να ένα μικρό πονοκέφαλο έχω.

ΑΝΝΑ: Πάμε μέσα λοιπόν, να ξαπλώσεις καμιά ώρα και μετά πάμε στο βουνό. Έχουμε ολόκληρη την ημέρα μπροστά μας.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Καλά. Μετά θα πάμε όμως;

ΑΝΝΑ: Φυσικά.

(Μπήκαν μέσα στο σπίτι)

 

 

Β ΠΡΑΞΗ

ΣΚΗΝΗ 1

(Πιο πέρα από το σπίτι τους έχει στηθεί η πλατεία του χωριού. Ένα τραπεζάκι από αυτά τα παλιά που έχουν στα καφενεία και δυο ψάθινες καρέκλες. Είναι σχεδόν μεσημέρι.)

(Ο Μιχάλης βγαίνει έξω από το σπίτι. Τεντώνεται.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: ΩΧ! Το χρειαζόμουν.

(Χασμουριέται)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άννα, Άννα.

(Η Άννα βγαίνει έξω κρατώντας ένα βιβλίο)

ΑΝΝΑ: Πότε σηκώθηκες και βγήκες έξω. Απορροφήθηκα από το βιβλίο. Χαμπάρι δεν σε πήρα!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τώρα σηκώθηκα, τον χρειαζόμουν τον υπνάκο.

ΑΝΝΑ: Σε πέρασε ο πονοκέφαλος;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μια χαρά είμαι. Όμως πείνασα λιγάκι.

ΑΝΝΑ: Έχει κανένα μαγαζί εδώ στο χωριό;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Βέβαια. Πάμε στην πλατεία. Στο καφενείο του κυρ-Νίκου.

ΑΝΝΑ: Περίμενε να αφήσω το βιβλίο. Θα πάρω και το σακίδιο μας.

(Η Άννα μπαίνει μέσα στο σπίτι και βγαίνει γρήγορα φορώντας στην πλάτη της το σακίδιο)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι έβαλες μέσα;

ΑΝΝΑ: Δυο μπουκάλια νερό και δυο πετσέτες.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Περίμενε να κλειδώσω και φεύγουμε

(Ο Μιχάλης πλησιάζει την πόρτα του σπιτιού και την κλειδώνει, βάζει τα κλειδιά στην τσέπη και πάει δίπλα στην Άννα)
ΜΙΧΑΛΗΣ: Φεύγουμε;

ΑΝΝΑ: Πάμε, οδήγα με.

(Άρχισαν να ανηφορίζουν προς την πλατεία του χωριού. Σε λίγη ώρα έφτασαν)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εδώ είναι η πλατεία. Που θες να κάτσουμε;

ΑΝΝΑ: Πάμε σε εκείνο το τραπέζι στην γωνία.

ΣΚΗΝΗ 2

 

(Προχωράνε και κάθονται στις καρέκλες)

ΑΝΝΑ: Εδώ έχει δροσιά.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μα φυσικά. Τόσα πλατάνια. Α! Τον βλέπεις εκείνο τον παππού;

ΑΝΝΑ: Ναι

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ο κυρ-Νίκος είναι. Όσο καιρό τον θυμάμαι. Ίδιος είναι.

ΑΝΝΑ: Ποια είναι η σπεσιαλιτέ του χωριού;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όλα είναι τέλεια. Όμως ας φάμε τηγανιά, την κάνει, να γλύφεις τα δάχτυλα σου.

ΑΝΝΑ: Φώναξε τον.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Θα πάω εγώ στην κουζίνα. Είναι κάτι σαν self-service. Πάμε τα παραγγέλνουμε κι όταν ετοιμαστούν μας κάνει νόημα.

ΑΝΝΑ: Πρωτοτυπίες το χωριό σου!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όταν φάμε, θα πάμε στο βουνό.

ΑΝΝΑ: Πόση ώρα είναι από εδώ;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Για τους πρόποδες θέλουμε είκοσι λεπτά περίπου.

ΑΝΝΑ: Κοντά είναι. Το βουνό;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πέρασε πολύ καιρός από την τελευταία φορά που το ανέβηκα. Πάντως παραπάνω από μια ώρα για να το ανέβουμε δεν θα κάνουμε

ΑΝΝΑ: Δεν πας να παραγγείλεις τώρα. Μην βραδιάσει και ήμαστε ακόμα εδώ

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δίκιο έχεις. Πάω.

(Ο Μιχάλης σηκώνεται όρθιος.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εκτός από τηγανιά. Τι άλλο να πάρω;

ΑΝΝΑ: Πάρε καμιά πατάτα, χωριάτικη, μια ακόμα σαλάτα, δεν ξέρω τι έχει και κανένα αναψυκτικό. Πάρε και ότι άλλο νομίζεις.

( Ο Μιχάλης πηγαίνει προς το καφενείο. Πηγαίνει πίσω στα παρασκήνια. Σε λίγο γυρίζει.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πήρα μια παντζάρι και κολοκυθάκι.

ΑΝΝΑ: Καλά είναι. Μην πλακωθούμε και πολύ. Μετά πως θα ανέβουμε στο βουνό.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Αυτό το χωριό το αγαπώ πολύ. Κάθε του γωνιά και μια ανάμνηση. Να, εκεί στη γωνιά της πλατείας. Έχει μια κολώνα λάμπας. Εκεί φιλούσαμε στο κρυφτό.

ΑΝΝΑ: Δεν είναι και λίγο. Οχτώ χρόνια έμεινες εδώ. Αν θυμάμαι καλά.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ήμουν Τρίτη δημοτικού. Όταν έφυγα για να πάω στη Θεσσαλονίκη.

ΑΝΝΑ: Ο κυρ-Νίκος σε κάνει νόημα.

( Ο Μιχάλης αμέσως πετάχτηκε όρθιος και πήρε στην κουζίνα. Γύρισε σε λίγο με ένα δίσκο στο χέρι. Τον ακούμπησε στο τραπέζι. Άρχισε να τον αδειάζει στο τραπέζι. Όταν τελείωσε, τον πήγε άδειο στην κουζίνα. Μετά γύρισε στο τραπέζι τους και έκατσε στην καρέκλα του.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ας φάμε. Καλή όρεξη.

ΑΝΝΑ: Καλή όρεξη. Μου δίνεις το αλάτι. Σε παρακαλώ!

(Ο Μιχάλης της το δίνει. Μετά τρώνε αρκετή ώρα.)

ΑΝΝΑ: Δίκιο είχες. Είναι τέλια αυτή η τηγανιά.

 

(Συνέχισαν να τρώνε. Ώσπου τα άδειασαν όλα. Ο Μιχάλης πήγε να πληρώσει. Γυρνώντας φώναξε την Άννα.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ετοιμάσου. Ας πάμε.

ΑΝΝΑ: Ναι. Γιατί θα βραδιάσουμε.

 

ΣΚΗΝΗ 3

(Ο Μιχάλης και η Άννα προχωρούσαν προς το βουνό. Φορούσαν φόρμες.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Γενικά πως σου φάνηκε το χωριό μου.

ΑΝΝΑ: Να σου πω την αλήθεια. Δεν το περίμενα τόσο ωραίο.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πίσω από εκείνα τα δέντρα, είναι οι πρόποδες του βουνού.
(Προχώρησαν. Άρχισαν να ανηφορίζουν. Δεν ανέβηκαν πολύ και ο Μιχάλης σταμάτησε κοντά σε ένα μικρό βράχο.)

ΑΝΝΑ: Τι έπαθες καλέ;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Να. Λίγο κουράστηκα.

ΑΝΝΑ: Ας κάτσεις λίγο τότε. Εγώ θα ρίξω μια ματιά από εδώ την θέα.

(Προχώρησε προς το ακροατήριο)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εκεί κάτω. Στα αριστερά σου, είναι η λίμνη Κερκίνη. Αν δεις από την άλλη μεριά, είναι η λίμνη Δοϊράνη.

(Η Άννα κοίταξε προς την Κερκίνη.)

ΑΝΝΑ: Την βλέπω.

(Μετά προχώρησε προς τα δεξιά, για να δει την άλλη λίμνη. Όμως σκόνταψε σε έναν κρίκο.)

ΑΝΝΑ: Αχ.

(Η Άννα πέφτει κάτω.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άννα. Είσαι καλά;

(Ο Μιχάλης σηκώνεται και την πλησιάζει. Της δίνει το χέρι και την βάζει να κάτσει στον βράχο.)

ΑΝΝΑ: Το πόδι μου. Πονάει ο αστράγαλος μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άσε με να δω.

(Της πιάνει το δεξί της πόδι και αρχίζει να το γυρνάει με προσοχή.)

ΑΝΝΑ: Εντάξει είναι. Δεν είναι κάτι σοβαρό.

(Η Άννα κοιτάζει πίσω της.)

ΑΝΝΑ: Μα που σκόνταψα. Τι είναι αυτό; Μοιάζει με κρίκο.

(Η Άννα σκύβει και τον πιάνει. Ο Μιχάλης κοιτάει με απορία.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Για να δω. Πράγματι, ένας σιδερένιος κρίκος.

(Αρχίζει να σκάβει γύρω του.)

ΑΝΝΑ: Τι κάνεις Μιχάλη;

(Ο Μιχάλης σκάβει και βρίσκει πάνω στον κρίκο μια αλυσίδα δεμένη.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Στον κρίκο είναι δεμένη μια αλυσίδα. Τη βλέπεις;

ΑΝΝΑ: Περίεργο.

( Ο Μιχάλης αρχίζει να την τραβάει για να βρει την άλλη άκρη της.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τραβάω να βρω την άκρη της.

(Συνέχισε να τραβάει μέχρι που η αλυσίδα πήγαινε κάτω από τον μικρό βράχο.)
ΜΙΧΑΛΗΣ: Άννα. Η αλυσίδα χάνεται κάτω από τον βράχο.

ΑΝΝΑ: Πάω να δω αν βγαίνει από την άλλη μεριά.

(Η Άννα, πηγαίνει πίσω από το βράχο για να δει αν συνεχίζει η αλυσίδα από εκεί. Αρχίζει να σκάβει.)
ΜΙΧΑΛΗΣ: Βγαίνει από εκεί:

ΑΝΝΑ: Έσκαψα. Αλλά δεν βλέπω κάτι. Η αλυσίδα χάνεται κάτω από τον βράχο.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έλα τότε να τον σηκώσουμε.

(Η Άννα πηγαίνει από την μεριά του. Αρχίζουν να την σπρώχνουν.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Με το τρία. Ένα, δυο τρία.

(Σπρώχνουν μαζί. Ο βράχος κουνήθηκε πολύ.)
ΜΙΧΑΛΗΣ: Πάμε ξανά. Κουνιέται.

(Έσπρωξαν άλλες φορές και ο βράχος κατρακύλησε.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έλα λίγο ακόμα. Μπράβο μας. Πάει ο βράχος κατρακύλησε.

ΑΝΝΑ: Κοίτα τον. Ακόμα να σταματήσει.

(Ακούγεται δυνατός θόρυβος. Ο βράχος έπεσε σε ένα δέντρο και σταμάτησε.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πάει. Να ήταν και άλλος.

ΑΝΝΑ: Για να δούμε τι γίνεται με την αλυσίδα.

(Πλησίασαν και κοίταξαν στο μέρος που ήταν ο βράχος.)

ΑΝΝΑ: Τι είναι αυτό;

(Απλώνει το χέρι της, η αλυσίδα κατέληγε σε έναν άλλο κρίκο ο οποίος κατέληγε σε μια σιδερένια πλάκα.)
ΑΝΝΑ: Βλέπεις; Μια μεταλλική πλάκα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Την βλέπω.

ΑΝΝΑ: Τι δουλειά έχει εδώ πάνω στο βουνό.

(Άρχισαν να ξεθάβουν την μεταλλική πλάκα, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από όση φαινόταν. Παρατήρησαν πως ήταν μια καταπακτή. Είχε μια σιδερένια. Αυτές που έχουν στα υποβρύχια.)

ΑΝΝΑ: Τι είναι αυτό Μιχάλη;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μια καταπακτή.

ΑΝΝΑ: Τι κάνουμε:

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μα φυσικά θα την ανοίξουμε.

ΑΝΝΑ: Αν είναι επικίνδυνο;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δεν νομίζω. Πιστεύω πως είναι κάποιο παλιό καταφύγιο. Έλα. Πιάσε να την γυρίσουμε την τροχαλία.

(Έπιασαν μαζί, ήταν παλιά και τους δυσκόλεψε λίγο, όμως τα κατάφεραν.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Είναι λίγο σφιχτή.

ΑΝΝΑ: Πάμε άλλη μια.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ουφ, την ανοίξαμε.

ΑΝΝΑ: Αρχίζω και φοβάμαι.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Και εγώ.

(Τους κατέβαλε μια έντονη επιθυμία να την ανοίξουν. Ένιωθαν όμως και κάποια ανατριχίλα.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Το σηκώνω.

ΑΝΝΑ: Σήκωσε το.

(Το σήκωσαν. Άφησαν την πλάκα της καταπακτής να ανοίξει και να πέσει κάτω.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πρόσεχε τώρα θα την αφήσω να πέσει.

-Μπάμ! (Έκανε καθώς έπεσε.)

(Οι δυο τους κοιτάχτηκαν.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δεν έχουμε και κανένα φακό.

ΑΝΝΑ: Όχι. Τίποτα.

(Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε μέσα από την καταπακτή. Στη συνέχεια ένα έντονο φως, τους τύφλωσε)

ΑΝΝΑ: Τι είναι αυτός ο θόρυβος. Αχ. Μιχάλη!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Αυτή η λάμψη με τύφλωσε.

ΑΝΝΑ: Μιχάλη! Δεν βλέπω τίποτα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Θα σε πιάσω εγώ.

(Ο Μιχάλης την έπιασε από το χέρι.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Θα σε αφήσω για να βρω το σακίδιο μας. Λίγο νερό να ρίξουμε στα μάτια μας.

ΑΝΝΑ: Αρχίζω και βλέπω. Είναι θολά όμως.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Και εγώ.

(Ο Μιχάλης προχώρησε να πάρει από το σακίδιο τα νερά.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τα βρήκα. Έρχομαι.

(Πλησίασε την Άννα.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Να. Πάρε ένα μπουκάλι. Ρίξε και τρίψε τα μάτια σου. Το ίδιο θα κάνω και εγώ.

(Άρχισαν να ρίχνουν με τα μπουκάλια νερό στα πρόσωπα τους)

ΑΝΝΑ: Πράγματι. Βοηθάει πολύ.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Βλέπω καλύτερα.

ΑΝΝΑ: Μια τρομάρα! Νόμιζα πως έχουμε τυφλωθεί.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι ήταν όλα αυτά. Αννούλα, έχεις καμία ιδέα;

ΑΝΝΑ: Νομίζω πως δεν κάναμε καλά που την ανοίξαμε. Αρχίζω να βλέπω πολύ καθαρά. Έχω ένα τσούξιμο στα μάτια μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τσούξιμο έχω και εγώ.

-Μπούβ!

(Ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος μέσα από τη καταπακτή.)

ΑΝΝΑ: Ωχ! Τι θα πάθουμε πάλι!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κάποιος ανεβαίνει από την καταπακτή.(Μιλούσε με φωνή κομμένη από την τρομάρα που πήρε.)

ΑΝΝΑ: Αχ, τι κάνουμε τώρα.

(Άρχισε να βγαίνει ένας άντρας με στρατιωτική στολή.)

ΑΝΝΑ: Ποιος είναι αυτός Μιχάλη μου.(Μίλησε με κομμένη φωνή.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δεν μπορεί! Κι όμως. Αυτός είναι.

ΑΝΝΑ: Ποιος;

(Ο κοντός άντρας, τους κοίταξε και πλησίασε λίγο.)

ΑΝΝΑ: Έρχεται!

(Ο Μιχάλης και η Άννα τραβήχτηκαν προς τα πίσω. Ο άντρας σταμάτησε να πλησιάζει.)

ΑΝΝΑ: Ποιος είναι; Τον ξέρεις;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ο Αδόλφος Χίτλερ.

ΑΝΝΑ: Είναι δυνατόν; Μιχάλη κράτα με. Φοβάμαι πολύ.

(Ο Μιχάλης την έπιασε από τον μέση.)

ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ: Προδοσία! Προδοσία

(Η Άννα έπεσε ολόκληρη στην αγκαλιά του Μιχάλη.)

Α. ΧΙΤΛΕΡ: Προδοσία! Με πρόδωσαν. Εσείς! Προσέξτε. Εμένα με πρόδωσαν.

( Η Άννα μια κοιτούσε τον Μιχάλη μια τον Αδόλφο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ούτε βοήθεια, ούτε να τρέξει.)

Α. ΧΙΤΛΕΡ: Είμαι ο Αδόλφος Χίτλερ. Με πρόδωσαν. Είχα εξουσία, δύναμη. Είχα τα πάντα. Με χρησιμοποίησαν.

ΑΝΝΑ: Μα…, Είσαι, είσαι νεκρός!

Α. ΧΙΤΛΕΡ: Λες να μη το ξέρω. Ανοίξατε μια από τις πύλες των νεκρών. Εσείς οι άνθρωποι. Θέλετε, εξουσία, αγαθά και αθανασία. Λάθος! Μεγάλο λάθος. Ο θάνατος όλους τους παραμονεύει. Κανένας δεν του ξεφεύγει. Είχατε όλα τα αγαθά. Έφταναν για όλους. Όμως, κάποιοι τα ήθελαν όλα. Είχατε την ελευθερία σας. Κι όμως κάνατε πολέμους. Οι δυνατοί χτυπάνε τους αδύναμους. Κάποιοι αδύναμοι συμμάχησαν με τους ισχυρούς. Χάος! Μόνοι σας θα καταστραφείτε. Εγώ ο Αδόλφος Χίτλερ, σας μιλάω από την καταχνιά. Είμαι στο σκοτάδι, μόνος, χαμένος. Όλο διψάω και πεινάω. Δεν πεθαίνω. Εκμεταλλεύεστε τα πάντα.

(Ο Α. Χίτλερ, τους γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς την καταπακτή.)

ΑΝΝΑ: Τι γίνεται Μιχάλη;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα.

(Ο Χίτλερ άρχισε να κατεβαίνει μέσα στη σκοτεινή καταπακτή.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Φεύγει Αννούλα.

ΑΝΝΑ: Να σου πω ότι ανακουφίστηκα!

(Ένας δυνατός ήχος ακούστηκε.)

ΑΝΝΑ: Να, πάλι αρχίζει.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κοίτα! Κάποιος ανεβαίνει από την καταπακτή.

 

(Άρχισε να βγαίνει ένας αρκετά ψηλός άντρας. Γεροδεμένος πολύ. Ήταν γυμνός από την μέση και πάνω, φορώντας μόνο ένα κοντό παντελονάκι από δέρμα στο κάτω μέρος του σώματος του. Στο χέρι του είχε ένα ρόπαλο. Τους πλησίασε. Μα όχι παραπάνω από όσο ο Χίτλερ.)

 

ΗΡΑΚΛΗΣ: Κάποτε, πολεμούσαμε με ανδρεία. Υπερηφάνεια και τιμή. Στήθος με στήθος. Εσείς τώρα γίνατε πονηροί. Δόλιοι και συμφεροντολόγοι. Έχετε κάνει ολόκληρο τον κόσμο, χίλια κομμάτια. Προδοσία και διαφθορά σας κυριαρχούν. Θα μπορούσατε να βοηθάτε ο ένας τον άλλο.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ποιος είσαι εσύ;

ΗΡΑΚΛΗΣ: Εγώ είμαι ο Ηρακλής. Ο παντοδύναμος. Βοήθησα όσους μπορούσα. Στη μάχη ήμουν ανίκητος. Όμως…Προδοσία! Έχετε χάσει όλες τις αξίες σας. Αυτές για τις οποίες δίναμε κάποτε τη ζωή μας. Τώρα ποιος; Ποιος θα θυσιαστεί για το καλό των άλλων. Ποιος;

 

(Μετά ο τεράστιος Ηρακλής γύρισε να πάει προς την καταπακτή.)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ:Άννα. Φύγει! Ηρακλή. Μην φεύγεις. Θέλω να μάθω.

 

(Ο Ηρακλής σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι του και τους κοίταξε.)

 

ΗΡΑΚΛΗΣ: Τι άλλο θέλεις να μάθεις; Ανόητε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι γίνεται. Ανοίξαμε την καταπακτή. Βγήκε ο Χίτλερ…

ΗΡΑΚΛΗΣ: Αυτός δε γεύεται. Είναι στα σκοτάδια. Κρίθηκε πριν πολύ καιρό. Ανόητοι άνθρωποι. Θέλετε τα πάντα.

 

(Ο Ηρακλής προχώρησε προς την καταπακτή. Άρχισε να κατεβαίνει)

 

ΗΡΑΚΛΗΣ: Ανόητοι! Ανόητοι!

 

(Μετά χάθηκε μέσα στη στοά της καταπακτής.)

 

ΑΝΝΑ: Μήπως έχουμε πεθάνει;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ίσως. Είναι το πιθανότερο.

 

(Ακούστηκε πάλι. Ο γνωστός θόρυβος.)

ΑΝΝΑ: Κοίτα! Κάποιος ανεβαίνει.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ποιος να είναι αυτή τη φορά.

 

(Ένας μικροκαμωμένος ηλικιωμένος ανεβαίνει από το σκοτάδι.)

 

ΑΝΝΑ: Είναι ο Αϊνστάιν

ΜΙΧΑΛΗΣ: Αυτός είναι.

ΑΙΝΣΤΑΙΝ: Με έβαλαν να δουλέψω για το καλό της ανθρωπότητας. Όμως, με εκμεταλλεύτηκαν. Με κορόιδεψαν. Οι θεωρίες μου λειτούργησαν για τα συμφέροντα. Ο αφανισμός σας δεν είναι μακριά. Εμείς εδώ κλαίμε για εσάς. Η γάγγραινα που έχετε δυστυχώς δεν φεύγει. Ούτε το μίσος σας χάνεται. Η εξουσία δεν έχει νόημα. Πρέπει να τα ξεχάσετε αυτά. Ο κόσμος ολόκληρος υποφέρει. Μια παγκόσμια καλοστημένη απάτη. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια σκακιέρα. Οι περισσότεροι είστε πιόνια. Πιόνια που σας κυβερνούν άλογα, πύργοι και αξιωματικοί. Πιο πάνω τους είναι ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Εσείς πολεμάτε, κρίνεται ο ένας τον άλλο. Ζηλεύεται, μισείται και στο τέλος έρχεται ο θάνατος. Ότι κοπιάσατε να μαζέψετε, τα χάνεται. Εκεί δεν μπορείς να πάρεις μαζί σου τίποτα. Παρά μόνο τα λάθη και πάθη σου. Να φροντίζεται ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα.

 

(Ο Αϊνστάιν γύρισε προς την καταπακτή και έφυγε.)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μην φεύγεις. Βοήθησε μας. Τι κάνουμε εμείς εδώ;

ΑΙΝΣΤΑΙΝ: Κάνατε μεγάλο λάθος που ανοίξατε την πύλη.

ΑΝΝΑ: Τι εννοεί μεγάλο λάθος.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μην φεύγεις.

 

(Ο Αϊνστάιν έφυγε και αυτός μέσα στη καταπακτή.)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Νομίζω ότι έχουμε πεθάνει, αυτές θα είναι οι δοκιμασίες μας.

ΑΝΝΑ: Πως όμως; Δεν θυμάμαι να πάθαμε κάτι. Ωχ, πάλι ακούγεται.

(Ακούστηκε θόρυβος, δυο ηλικιωμένες μαυροφορούσες βγήκαν έξω.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κοίτα, δυο γιαγιάδες βγήκαν.

ΑΝΝΑ: Ποιες να είναι άραγε; Έρχονται!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ποιες είστε εσείς;

ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Εγώ είμαι η διαφθορά. Η αδερφή μου είναι η διχόνοια. Εμείς κυριαρχούμε τον κόσμο σας. Παλιά ήμασταν πολύ αδύναμες. Τώρα είμαστε άτρωτες.

ΔΙΧΟΝΟΙΑ: Όλοι βασίζονται σε εμάς. Είμαστε δίδυμες. Αν χαθεί η μια, χάνεται και η άλλη.

ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Αλίμονο σας άνθρωποι. Τόσο καιρό σπέρναμε. Τώρα, ήρθαμε να θερίσουμε.

ΔΙΧΟΝΟΙΑ: Εγώ είμαι η μεγαλύτερη αδερφή. Προκαλώ, δυναμώνομαι πολύ. Ο φανατισμός, η αδικία, η εκμετάλλευση και ο πανικός είναι τα παιδιά μου. Η αδερφή μου είναι το πιο δυνατό μου όπλο. Μήπως δεν είστε όλοι υποκριτές;

ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Χα! Χα!

ΔΙΧΟΝΟΙΑ: Χα! Χα!

 

(Γέλασαν μαζί. Με ένα ανατριχιαστικό γέλιο που παγώνει το αίμα στις φλέβες. Ο Μιχάλης και η Άννα και αγκαλιάστηκαν φοβισμένοι.)

 

ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Είστε τελειωμένοι! Όσο υπάρχει το σκοτάδι θα σας έχει μέσα του.

 

(Προχώρησαν προς την καταπακτή, κοίταξαν το νεαρό ζευγάρι.)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Φεύγουν.

ΑΝΝΑ: Όχι, γυρνάνε.

 

ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Χα! Χα!

ΔΙΧΟΝΟΙΑ: Χα! Χα!

 

(Αυτή τη φορά ήταν πιο τρομακτικό το γέλιο τους.)

 

ΑΝΝΑ: Μιχάλη κράτα με σφιχτά. Πάμε να φύγουμε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έχω αγωνία να δω τον επόμενο.

ΑΝΝΑ: Είσαι τρελός; Εγώ λέω να πάμε να φύγουμε γρήγορα από εδώ.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δεν φεύγω! Θα μείνω.

ΑΝΝΑ: Πάντα έτσι κάνεις. Το δικό σου.(Ακούγονται πάλι τα γέλια των δυο αδερφών)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι έγινε Άννα. Σαν να ήμουν υπνωτισμένος. Συγχώρα με.

ΑΝΝΑ; Εγώ φταίω, αγάπη μου δεν έπρεπε…

(Εκείνη τη στιγμή βγήκε μέσα από την καταπακτή χωρίς να κάνει φασαρία ο χάρος.)

 

ΑΝΝΑ: Αχ, ο χάρος. Μιχάλη.

(Ο μαυροφορεμένος χάρος με το δρεπάνι στο χέρι, προχώρησε προς το μέρος τους. Έκανε έναν κύκλο από γύρω τους και μετά έφυγε μακριά.)

ΑΝΝΑ: Αυτός δεν ήταν;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μου φαίνεται τη γλιτώσαμε.

 

(Τον κοιτούσαν που έφευγε, δεν αντιλήφθηκαν την κοπέλα που βγήκε από την τρύπα, τους πλησίασε κοντά.)

 

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΙΣΣΥ: Γεια σας.

ΑΝΝΑ: Αχ.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι έγινε;

 

(Γύρισαν απότομα και την είδαν κοντά τους.)

 

ΠΡΙΓΚ. ΣΙΣΣΥ: Μην φοβάστε καλοί μου άνθρωποι. Δεν θα σας πειράξω. Ήρθα να σας δώσω μερικές συμβουλές.

ΑΝΝΑ: Ποια είσαι;

ΣΙΣΣΥ: Εγώ είμαι η Πριγκίπισσα Σίσσυ. Το όνομα μου έμεινε στην ιστορία όμως… Είχα τα πάντα. Πλούτη, εξουσία και ομορφιά. Μάταια πράγματα. Μάταια ιδανικά. Εκεί που πάμε υπάρχει αληθινή δικαιοσύνη. Σήμερα κάνατε ένα μεγάλο λάθος. Ανοίγοντας την καταπακτή, ελευθερώσατε τον Χάρο. Ο οποίος κουβαλάει επιδημίες, αρρώστιες. Καταδικάσατε πολλούς. Δεν φταίτε μόνο εσείς. Η περηφάνια και η περιέργεια σας θόλωσαν.

 

(Άρχισαν να τρέμουν τα πόδια της Άννας.)

 

ΣΙΣΣΥ: Μην απελπίζεστε. Θα έχετε μία ευκαιρία για να διορθώσετε το κακό που κάνατε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πες μας. Σε παρακαλούμαι!

ΑΝΝΑ: Ναι. Ζητάμε συγγνώμη.

ΣΙΣΣΥ: Ο Χάρος προχωράει ανάμεσα στους ζωντανούς. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το σταματήχουμε.

ΑΝΝΑ: Ποιος;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πες μας.

ΣΙΣΣΥ: Να μπει κάποιος στην καταπακτή.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι εννοείς;

ΣΙΣΣΥ: Ένας από τους δυο σας, θα πρέπει να πάει μέσα στην καταπακτή. Εκεί υπάρχει ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μέσα σε αυτό υπάρχει ένα χρυσό λυχνάρι. Πρέπει να το ανάψετε με τις τσακμακόπετρες

ΑΝΝΑ: Τι είναι αυτό το λυχνάρι;

ΣΙΣΣΥ: Το λυχνάρι είναι η ελπίδα. Υπάρχει όταν ανάβει μόνο. Εσείς το σβήσατε ανοίγοντας την είσοδο. Πρέπει να αποφασίσετε ποιος από τους δυο σας θα μπει μέσα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Αυτός που μπαίνει:

ΣΙΣΣΥ: Πεθαίνει. Μένει στο κόσμο των νεκρών. Φεύγω. Όταν αποφασίσετε ποιος θα μπει, τότε θα ξαναέρθω.

 

(Μετά η Σίσσυ έφυγε μέσα στην καταπακτή.)

 

ΑΝΝΑ: Μιχάλη μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εγώ θα πάω.

ΑΝΝΑ: Όχι! Μιχάλη μου, εγώ σε αγαπάω.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Το ξέρω. Για αυτόν τον λόγο θέλω να πάω εγώ.

ΑΝΝΑ: Ούτε να το σκέφτεσαι. Χωρίς εσένα εγώ…

 

(Ο Μιχάλης την αγκάλιασε.)

 

ΑΝΝΑ: Δεν σε αφήνω.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τότε;

ΑΝΝΑ: Θα ρίξουμε κλήρο.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όχι. Δεν μπορώ να το δεχτώ. Αν τύχει σε εσένα;

ΑΝΝΑ: Θέλω να σου μιλήσω. Ίσως είναι η τελευταία μας κουβέντα.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Και εγώ θα σου πω κάποια πράγματα.

ΑΝΝΑ: Μου άρεσες από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Στην αρχή σνόμπαρα την δουλειά σου όμως, δεν ήταν τίποτα σημαντικό.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όταν γνωριστήκαμε σε είχα για μια φαντασμένη ψηλομύτα. Τον πρώτο καιρό για αυτόν τον λόγο σε απόφευγα.

 

(Φιλήθηκαν.)

 

ΑΝΝΑ: Σ’ αγαπώ

ΜΙΧΑΛΗΣ: Και εγώ σε αγαπώ.

 

(Μετά ο Μιχάλης πήρε δυο ξυλάκια και τα έβαλε πίσω στην πλάτη του.)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Όποιος διαλέξει το μικρότερο ξυλάκι θα πάει μέσα στη καταπακτή.

( Αφού τα έκοψε τα έβαλε μπροστά της να διαλέξει. Τελικά το μικρό το πήρε ο Μιχάλης.)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ: Σε εμένα έτυχε το μικρό ξυλάκι Αννούλα μου. Εγώ θα μπω μέσα.

ΑΝΝΑ: Όχι. Μιχάλη μου μην πας.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έτσι συμφωνήσαμε. Πριγκίπισσα Σίσσυ.

ΑΝΝΑ: Μην την φωνάζεις.

(Η πριγκίπισσα Σίσσυ ανέβηκε επάνω από την καταπακτή και τους πλησίασε.)

 

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ! Αποφασίσατε;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ναι!

ΑΝΝΑ: Όχι!

ΣΙΣΣΥ: Δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο. Όσο καθυστερούμε…

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εγώ θα έρθω.

 

(Η Άννα άρχισε να κλαίει κρατώντας το χέρι του Μιχάλη.)

ΑΝΝΑ: δεν υπάρχει άλλος τρόπος;

ΣΙΣΣΥ: Κάποιος πρέπει να μπει μέσα και να ανάψει το λυχνάρι.

( Η Πριγκίπισσα πήρε τον Μιχάλη από το χέρι και τον οδήγησε προς την καταπακτή. Η Άννα κοιτούσε γύρω της μήπως ανακαλύψει κανέναν άλλον τρόπο.)

ΑΝΝΑ: Πριγκίπισσα. Μπορούμε να μπούμε και οι δυο;

ΣΙΣΣΥ: Φυσικά και μπορείτε.

(Προχώρησαν μέσα στην καταπακτή και οι τρεις τους. Ήταν πολύ σκοτεινά.)

 

ΣΙΣΣΥ: Είμαστε πλέον μέσα στην καταπακτή. Προχωρήστε εκείνο το δωμάτιο. Εκεί είναι και το λυχνάρι και οι πέτρες.

ΑΝΝΑ: Βρήκα τις τσακμακόπετρες.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εγώ βρήκα το λυχνάρι.

-         Τσακ! Τσακ!

(χτυπούσαν οι πέτρες.)

ΑΝΝΑ: Κοίτα Μιχάλη. Άναψε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Νιώθω τόση ζεστασιά.

ΑΝΝΑ: Πράγματι….

 

 

Γ ΠΡΑΞΗ

ΣΚΗΝΗ 1

(Έχει ξημερώσει η επόμενη μέρα. Ένας βοσκός προχωράει στην πλαγιά του βουνού.)

 

ΒΟΣΚΟΣ: Άντε, άντε. Κατσίκες σου λέει ο άλλος. Μα τι βλέπω εκεί; Δυο άνθρωποι. Κοιμούνται ή πέθαναν.

(Ο βοσκός πηγαίνει από πάνω τους.)

 

ΒΟΣΚΟΣ: Για να πιάσω αν είναι ζωντανοί. Κοίτα να δεις είναι παγωμένοι, πέθαναν. Ούτε σφυγμό δεν έχουν. Και όμως τέτοιο χαμόγελο. Ας πάω γρήγορα στο χωριό για να καλέσω στην αστυνομία.

 

ΤΕΛΟΣ