OI ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ) Εκτύπωση
Παρασκευή, 22 Ιούλιος 2011 17:39

OI ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ


(Αυλαία. Μια μουσική ίσα που ακούγεται. Φώτα. Δύο γυναίκες, η Άννα και η Μαρία. Λευκομελάχροινες. Η Άννα πιο κοντή από την Μαρία. Και πιο αδύνατη. Γεμάτη δυναμισμό κι ενέργεια, χωρίς να χάνει την θηλυκότητα και το πνεύμα της. Η Μαρία έχει λίγο πιο σκούρα χρώματα. Γεμάτο κορμί -όχι χοντρή- πολύ γυναίκα, γήινη, ερωτική, χωμάτινη, με σωστές δόσεις δύναμης και πνευματικότητας. Ένα απλό καθιστικό σπιτιού.)

 

 

Άννα.          Καφέ;

Μαρία.        Θέλω.

Άννα.          Γλυκός, με πολύ γάλα.

Μαρία.        Έτσι.

 

 

(Η Άννα φεύγει και γυρίζει με τρεις καφέδες.)

 

 

Άννα.          Τσιγάρο;

Μαρία.        Όχι.

Άννα.          (Παύση) Έχουμε ακόμα καιρό.

Μαρία.        Ναι. Ας ελπίσουμε να μην είναι πολύ...

Άννα.          Σου είναι δυσάρεστο;

Μαρία.        Με σκοτώνει.

Άννα.          (Παύση) Καλός ο καφές;

Μαρία.        Ό,τι πρέπει.

Άννα.          (Παύση) Ό,τι και να γίνει...

Μαρία.        Μη λες τίποτα.

Άννα.          Πώς έτσι;

Μαρία.        Απλά.

Άννα.          Δεν ξέρω.

Μαρία.        Να ένα σημάδι.

Άννα.          Θέλω να μάθω.

Μαρία.        Κακό σημάδι.

Άννα.          Γιατί;

Μαρία.        Πονάει.

Άννα.          Και η αλήθεια;

Μαρία.        Πιο πολύ.

Άννα.          Δεν γίνεται...

Μαρία.        Είναι η μόνη λύση.

Άννα.          Δεν μπορώ να το δεχτώ.

Μαρία.        Καλά. (Γελάει) Λάμπεις ολόκληρη, Θεέ μου. Πώς να σου                αρνηθεί κανείς.

 

(Αγκαλιάζονται και φιλιούνται)

 

 

Μαρία.        Λοιπόν;

Άννα.          Εντάξει.

Μαρία.        Ωραία.

Άννα.          Και μετά;

Μαρία.        Σαν μην έγινε.

Άννα.          Κι όμως...

Μαρία.        Ναι. (Παύση) Λοιπόν;

Άννα.          (Εκνευρισμένη) Τι λοιπόν;

Μαρία.        Εντάξει;

Άννα.          (Παύση) Είσαι πολύ όμορφη.

Μαρία.        Σ’ ευχαριστώ.

Άννα.          Μπορώ να σε κοιτάζω ώρες. Πάρε με στην αγκαλιά σου.

 

(Αγκαλιάζονται)

 

Μαρία.        (Παύση) Δεν μ’ αρέσει να παίζω. Ειδικά με τους ανθρώπους. Απλά αφήνω τα πράγματα, μόνα τους. (Μικρή παύση) Τι μας έφερε εδώ; (Παύση) Θέλω ησυχία. Μου κόβεται η ανάσα. Κλέβω μέρες απ’ τον καθρέφτη, να τις φορέσω φούστα όταν θα βγω. Θέλω να ‘μαι όμορφη. (Παύση) Δεν έχω τίποτα να βάλω για να σου αρέσω. Έχει γεμίσει ο κόσμος, στερημένους ανθρώπους. Δεν το αντέχω, Δεν θέλω να στερηθώ τίποτα. Δεν ζητάω τίποτα (Σιγογελάει) Κι έτσι δεν στερούμαι.

Άννα.          Και τ’ όνειρο;

Μαρία.        (Απότομα) Για ποιο όνειρο μου μιλάς; Το δικό του; Χρυσό κλουβί. Πρωταγωνίστρια, εντάξει. Αλλά δικό του. Όχι δικό μου.

(Η Άννα πάει να την χαϊδέψει)

 

(Ήρεμα) Μη...

 

(Τραγουδάει)

 

“Έχω ένα όνειρο μωρό

στην αγκαλιά μου.

Να του ξεφύγω δεν μπορώ

όλο τραβάει τα μαλλιά μου.

Άσε με όνειρο να φύγω

έστω για λίγο να ξεφύγω.”

 

 

(Παύση) Βρέχει. Το τραπέζι στρωμένο αλλά...κανείς. (Παύση) Κλείνω τα μάτια. Ακούω βήματα. Τ’ ανοίγω...κανείς. Τα κλείνω. Γέλια. Με κοροϊδεύουν. Τ’ ανοίγω...κανείς. (Παύση) Δεν έχει νόημα. Το ρολόι... χάλασε.

 

(Μεγάλη παύση. Μουσική)

 

Κρυώνω. (Παύση. Κάτι προσπαθεί ν’ ακούσει. Κάνει φασαρία. Αναποδογυρίζει πράγματα. Φωνάζει) Όχι, όχι, όχι. Δεν ακούω τίποτα. Κανείς. Φύγε. Έχει πολύ φασαρία. Μη με χτυπάς. Φύγε.

 

(Παύση. Η Άννα την ηρεμεί με χάδια κι αγκαλιά.)

 

Κρυώνω.

 

(Εκείνη την στιγμή μπαίνει η Ουρανία. Είναι μια γλυκιά

κοπέλα, με κοκκινόξανθα μαλλιά. Γενικά τα χρώματά της είναι ανοιχτά. Μελιά μάτια. Αριστερόχειρας. Έχει κάτι από την Άννα και τη Μαρία, μόνο που είναι πιο αέρινη.)

 

Ουρανία.     Τι κάνετε εσείς εδώ; Ο καφές μου πού είναι; (Παύση) Σας

βλέπω. Τι έγινε καλέ; Τι πάθατε; Γιατί αυτά τα μούτρα;

Άννα.          Γεια σου Ουρανία. Πώς μπήκες;

Ουρανία.     Η πόρτα...είναι ανοιχτή για μένα, το ξέχασες; Μήπως διέκοψα κάτι;

Άννα.          Όχι εντάξει. Σε περιμέναμε, αλλά όχι τόσο γρήγορα.

Ουρανία.     Σαν τη συνείδηση. Έρχεται πάντα σε λάθος ώρα.

 

Τραγούδι

 

“Πόσα πρέπει να γίνουν

πριν γεμίσει το φεγγάρι;

Πόσα πρέπει να ειπωθούν

λίγο πριν αγαπηθούν.”

 

Άννα.          “Τόσα, που αν σου τα προσφέρω

στα σημάδια θα υποφέρω.”

 

Ουρανία.    “Πόσα πρέπει να ζήσω

πριν γεμίσει το φεγγάρι;

Πόσα λόγια και ζωές

από σήμερα και χτες.”

 

Μαρία.        “Τόσα, που αν σε συναντήσουν

να κρυφτείς, μη σε γνωρίσουν.”

 

Ουρανία.     “Πόσα είναι να μάθω

πριν γεμίσει το φεγγάρι;

Πόσα χρόνια έχω μπροστά

που δεν μέτρησα σωστά.”

 

Όλες.                    “Τόσα, που όλα να τ’ αντέξω

άλλα τόσα θα διαλέξω.”

 

Μαρία.           Από λόγια καλά πάμε. Δεν ξέρω ποιος είναι πιο

ρομαντικός. Άλλος έχει το όνομα...

Ουρανία.     Εγώ δεν είπα τίποτα!

Άννα.          ...κι άλλος τη χάρη.

 

(Μεγάλη παύση.)

 

Μαρία.        (Στην Άννα) Εσύ...γιατί είσαι μαζί του;

Άννα.          Ξέρεις.

Μαρία.        Θέλω να τ’ ακούσω από σένα.

Άννα.                   (Παύση) Είναι κακός ο κόσμος, όταν είσαι μόνη.

Ουρανία.     Τώρα δεν είσαι;

Άννα.          Τώρα...είναι αλλιώς. Ματώνω, αλλά...είμαι ζωντανή.

Μαρία.        Σκατά ζωντανή.

Ουρανία.     Έχει δίκιο.

Άννα.          Σταματήστε πια. Ξέρετε πως είναι να υπάρχει...κάποιος.

Μαρία.        Σε χτυπάει, μαλάκα μου. Ξέχασες τα σημάδια; Τα σκισμένα              χείλια;

Άννα.          Τίποτα δεν ξέχασα.

Ουρανία.     Πιο πολύ πονάει...το όνειρο...που χάθηκε.

Μαρία.        Μαλακίες.

Ουρανία.     (Θυμωμένα) Τι; Τι είναι μαλακίες;

Μαρία.        Δεν πρέπει να υπάρχει όνειρο. Είδες πως καταντάει.

Ουρανία.     Ναι; Χωρίς όνειρο, μένει μόνο η κατάντια.

 

 

(Παύση)

 

 

Άννα.          Τα μάτια του...

Μαρία.        ...είναι σεισμός.

Ουρανία.     Τα χείλια του...

Άννα.          ...πέλαγος.

Μαρία.        Τα μαλλιά του...

Ουρανία.     ...φίδια.

Άννα.          Τα πόδια του...

Μαρία.        ...νταμάρια.

Ουρανία.     Το γέλιο του...

Άννα.                   Η μέση του...

Μαρία.        Ο κώλος του...

Άννα.          Η γλώσσα του...

Ουρανία.     Τα δάχτυλά του...

Μαρία.        Το γαμήσι του...

Άννα.          Άντρας.

Ουρανία.     Αγόρι.

Μαρία.        Αρσενικό.

 

(Μεγάλη παύση. Μουσική)

 

 

Άννα.          Είμαι έτοιμη.

Ουρανία.     Κι εγώ.

Μαρία.        Έτοιμη.

 

(Μεγάλη παύση. Μουσική)

 

Μαρία.        (Στην Ουρανία) Είσαι σαν χορεύτρια. Έχεις κάτι...κάτι...

Ουρανία.     Τι;

Μαρία.        Θέλω να πάρω κόκκινο και να βάψω το άσπρο σου κορμί.

Άννα.          (Ενοχλημένη.) Τι προσπαθείς…;

Μαρία.        Το παιχνίδι είναι και δικό της.

Άννα.          Δεν θέλω.

Μαρία.        Δε με νοιάζει αν θέλεις ή όχι. Πρέπει. Χωρίς την Ουρανία,              πάμε χαμένες. Δοκίμασε να κουμπώσεις κουμπί με το ένα                    χέρι. Είναι πολύ ζόρικο, άμα δεν ξέρεις να συνεργάζεσαι.            (Παύση) Τη χρειαζόμαστε, μωρό μου. Και την αγαπάμε.

Έτσι δεν είναι;

Άννα.          Μπράβο. Έβαλες τα όρια. Με πιο δικαίωμα...

 

(Μεγάλη παύση χωρίς μουσική)

 

Ουρανία.     Σιωπή στο καπέλο ενός ταχυδακτυλουργού. Τελειώσανε τα              θαύματα. (Στην Άννα) Έχω μερίδιο...Μα τι σου λέω. Ξέρεις.                  (Παύση) Βγαίναμε απ’ το σινεμά, αγκαλιά.

Μαρία.        Ησυχία!

Ουρανία.     Είδα στον ύπνο μου, πως έπαιζα στο έργο. Ήμουνα την ίδια             στιγμή στην πλατεία και στην οθόνη. Παρακολουθούσα, σαν            ταινία, τους θεατές που με έβλεπαν να παίζω. Και τον εαυτό               μου. (Παύση) Τρομερό

Μαρία.        Ησυχία. Θέλω να κοιμηθώ.

Άννα.          Τι μας κάνει κι ερωτευόμαστε; Τι; Και γιατί αυτόν... κι όχι               τον άλλο; (Παύση) Αχ, δεν ξέρω.

Μαρία.        Θέλω να γυρίσω πίσω. Τότε που μάθαινα τον δρόμο. Ν’ αγγίξω, έστω και στον ύπνο μου τα σημάδια που χτυπάνε σαν το ρεύμα. Να πονέσω και να ξέρω. Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο. (Παύση) Τώρα... όλα είναι γνωστά; (Παύση) Θυμάσαι;

Άννα;          Βάζαμε δίσκους ν’ ακούσουμε. Θυμάσαι; Βγαίναμε βόλτα στα δεκαπέντε και δήθεν τυχαία συναντούσαμε τ’ αγόρια. Πόσες μέρες πριν είχαμε σημαδέψει την διαδρομή. (Γελάνε) Η Ουρανία ήρθε λίγο αργότερα στην παρέα. Με τον πρώτο έρωτα. (Μεγάλη παύση) Έρωτας...αρχίδια.

Ουρανία.     Μη μου το χαλάς.

Μαρία.        Εγώ; Από μόνο του, γλυκιά μου. (Μικρή παύση) Για πόσο               ακόμα;

Ουρανία.     Τι;

Μαρία.        Γλυκιά.

Ουρανία.     Για όσο πάει.

Άννα.          Και παίρναμε σβάρνα τους δρόμους. (Στη Μαρία) Είχες βρει           ένα χτυπημένο πουλί Μαρία. Θυμάσαι;

Μαρία.        Δεν θυμάμαι.

Άννα.          Ναι. Το πήρες στα χέρια σου. Εκεί ξεψύχησε. Έκλαψες πολύ.                    Θυμάσαι;

Μαρία.        Δεν θέλω.

Ουρανία.     Το θυμάμαι κι εγώ.

Μαρία.        Δεν θέλω...είπα.

Ουρανία.     Το πήρα μέσα απ’ τα χέρια σου. Το ‘σφιγγες τόσο πολύ.                            Κόντεψες να το λειώσεις. Έκλεισα τα μάτια κι αυτό άνοιξε              τις φτερούγες του και πέταξε.

Άννα.          Το είδαμε να πετάει. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι.

Μαρία.        Κι εγώ. Αλλά...

Ουρανία.     Έγινε.

Μαρία.        Πώς;

Ουρανία.     Το θέλαμε πολύ.

Άννα.          Κι έγινε.

Ουρανία.     Σαν όνειρο.

Άννα.                   Μέσα στο μυαλό.

 

(Μεγάλη παύση)

 

Μαρία.        Τι μαλακίες λέμε; Μαζί δεν το θάψαμε στο διπλανό πάρκο;

Ουρανία.     Τώρα θυμήθηκες;

Μαρία.        Του βάλαμε και μια πέτρα για σημάδι.

Άννα.          Θάψαμε το σώμα του.

Μαρία.        Και τότε, πώς πέταξε;

Άννα.          Πέταξε. Πάει.

Μαρία.        Τι σημαίνει αυτό;

Ουρανία.     Ξέρεις.

Μαρία.        Δεν ξέρω τίποτα.

Άννα.          Σε μια νύχτα, θάψαμε το μικρό πουλάκι της ζωής μας.                     Εκεί...γύρω στα δεκαπέντε.

Μαρία.        Σταματήστε γαμώτο μου.

Άννα.          Εσύ να σταματήσεις. Ποιόν νομίζεις πως κοροϊδεύεις. Έχεις            μείνει παιδί. Μ’ ένα βρωμόστομα...

 

(Η Μαρία κλαίει)

 

Ουρανία.     Κλάψε.

Άννα.          Κλάψε καλή μου.

 

(Η Μαρία κλαίει όπως τα παιδιά)

 

Άννα.          Γεννιόμαστε πολλές φορές μέσα σε μια ζωή.

Ουρανία.     Και πεθαίνουμε.

Άννα.          Για να γεννηθούμε ξανά. (Μικρή παύση) Κλάψε.

 

(Η Άννα την αγκαλιάζει)

 

Μαρία.        (Εκτός εαυτού) Του το ’πα του μαλάκα. Δε θα γαμήσεις απόψε. Ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο. Δε θα μπορείς. Γέλαγε ο μαλάκας.

Άννα.          Έτσι;

Μαρία.        Αυτό που άκουσες.

Άννα.          Καλά.

Μαρία.        Στο μουνί μου σε γράφω και σένα. (Στην Ουρανία) Και σένα.

Άννα.          Γιατί το κάνεις αυτό;

Μαρία.        Γιατί να μην το κάνω; Είναι αλήθεια. (Παύση) Κλείνω τα μάτια να φύγει και ξέρεις τι βλέπω;

Ουρανία.     Τι βλέπεις;

Μαρία.        Ο καθρέφτης μου έχει σημάδια. Είναι παλιός. Έτσι νόμιζα. Τα σημάδια...είναι δικά μου. Θα τον σπάσω. Δεν μου φταίει σε τίποτα. Είναι δικιά μου η ζωή. (Φωνάζει) Θα τον σκοτώσω τον πούστη. (Κλαίει) Με χτύπησε πάλι. Το μεσημέρι. Έκατσε κι έφαγε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εγώ του μαγείρεψα. Εγώ. (Φωνάζει) Στο λαιμό...Στο λαιμό να σου κάτσει. (Σαδιστικά) Θ’ αρχίσεις να πνίγεσαι. Θα μου ζητάς βοήθεια κι εγώ θα σε κοιτάζω. Θ’ αλλάζεις χρώμα και θα γελάω. Θα σκάσεις. Εσύ χωρίς αέρα κι εγώ από τα γέλια.

(Γελάει. Παύση)

Ουρανία.     Πώς είσαι;

Άννα.          Θέλεις λίγο νερό;

Μαρία.        Πονάει το κεφάλι μου.

 

(Μικρή παύση. Η Άννα αγκαλιάζει την Μαρία και της λέει ένα νανούρισμα. Η Ουρανία σε μια γωνιά...)

 

Άννα                    Δεν έχω Παναγιά να πιω

νερό να προσκυνήσω.

Θέλω να πάρω ένα καράβι.

Μπαίνω μες στη Δύση

βρίσκω Ανατολή.

Ξέρω έχω αργήσει

και με πονάει πολύ.

Ποιος θα με μεταλάβει;

Ποιος θα με καταλάβει;

 

Ουρανία.     Πού θα βρω γαλήνη; (Παύση) Θέλανε να με βαφτίσουνε Κυριακή. Απ’ τη μητέρα του μπαμπά. Μόλις το άκουσε η μάνα μου, έβαλε τα κλάματα. Μα τι σου συμβαίνει, τίποτα αυτή. Δε μίλαγε. Μόνο έκλαιγε. Η γιαγιά Κυριακή, ζούσε στο χωριό. Δεν είχαμε νέα της. Κάπου κάπου, κανένας συγγενής, που κατέβαινε στην πόλη, μας έλεγε τι κάνει. Είχε πολύ καιρό να μάθουμε. Και η μάνα μου να κλαίει. Όσο την έβλεπα, έκλαιγα κι εγώ. Μωρό ήμουνα. (Παύση) Μια μέρα, μετά από καιρό, που η μάννα μου είχε μείνει μισή, μάθαμε πως η γιαγιά Κυριακή, είχε πεθάνει από καιρό. Όσο την έκλαιγε η μάνα μου. Για βαφτίσια βέβαια, ούτε λόγος. Αργότερα.(Παύση) Η μάνα μου σταμάτησε να κλαίει. Δεν ήθελε το παιδί της να πάρει το όνομα μιας πεθαμένης, πριν ζήσει. Και αφού η γιαγιά είχε πάει στον ουρανό, με είπανε Ουρανία. (Παύση) “Ο ουρανός δεν πεθαίνει ποτέ” μου ‘λεγε η μανούλα μου κι έλαμπε ολόκληρη. (Παύση) Ποια Κυριακή είναι η δικιά μου πεθαμένη γιαγιά; (Παύση)

 

Μαρία.        Άρχισες πάλι; Τι μας νοιάζει εμάς για την πεθαμένη Κυριακή σου;

Αννα.          Είσαι ηλίθιο κορίτσι μου;

Μαρία.        Εσύ, καλά θα κάνεις να κοιτάζεις τη δουλειά σου.

Αννα.          Αυτό κάνω κι ασχολούμαι ακόμα μαζί σου.

Μαρία.        (Στριμωγμένη) Το ξέρω.

Ουρανία.     Το φεγγάρι...

Μαρία.        Πάλι για τον εαυτό σου μιλάς;

Αννα.          Μαρία!!

Ουρανία.     Άστην Άννα μου. Άστην.

Μαρία.        Μου κάνεις και χάρη δηλ;

Ουρανία.     Ο Θεός...μας έκανε τη χάρη και μας έφερε κοντά, να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Αν δε θέλεις εσύ, θα έχουμε πρόβλημα.

Αννα.          Πρέπει να το χωνέψεις. Είμαστε ένα. Κι έτσι πρέπει να μείνουμε.

Μαρία.        Το ξέρω.

Αννα.          Άσε λοιπόν τα λόγια, να δούμε τι θα κάνουμε.

Μαρία.        Τι άλλο να κάνουμε. Είναι νεκροί. Τους σκοτώσαμε με τα ίδια                  μας τα χέρια. (Παύση) Θα σαπίσουνε τ’ αρχίδια τους τώρα.               Μας είχανε πρήξει.

Ουρανία.     Μέσα μας.

Μαρία.        Ε;

Ουρανία.     Τους σκοτώσαμε, μέσα μας. Και είμαστε τρία μισά.

Μαρία.        Ολόκληρα είμαστε. Εμείς τους γεννάμε κι αυτούς.

Ουρανία.     Χωρίς αυτούς;

Μαρία.        Ποιος τους χρειάζεται;

Αννα.                    Τα παιδιά...που κλαίνε.

Ουρανία.     Τα παιδιά...που έχουμε μέσα μας.

Αννα.          Τα παιδιά...που έχουμε σκοτώσει.

 

(Μεγάλη παύση. Μουσική)

 

Ουρανία.     Κάποια μέρα θα βουτήξουμε βαθιά μέσα στο μυαλό μας, θα κρατήσουμε την αναπνοή και εκεί, λίγο πριν το φως θα δούμε πόσο μόνοι είμαστε. Αλλά και πόσο σπουδαίοι. Τότε ίσως πάψουμε να είμαστε μόνοι. (Παύση) Είμαστε κομμάτια ενός πανέμορφου κόσμου. Γι’ αυτό τον βλέπουμε τόσο άσχημο. (Παύση) Δεν πρέπει. Όπως όταν δεις κατάματα τον ήλιο. Όλος αυτός ο κόσμος, είμαστε εμείς. (Παύση)

Μαρία.        Δεν έχω αναπνοή. Δεν μπορώ να κάνω τέτοια βουτιά. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, εντάξει; Τι θες τώρα; (Παύση)

Άννα.          Σταματήστε πια. Δεν έχει νόημα. Σαν παιδιά τρώγεστε.

Μαρία.        Γίνεται μόνο του.

Ουρανία.     Μόνο του;

Μαρία.        Ορίστε την ακούς; Εγώ φταίω τώρα;

Ουρανία.     Μήπως φταίω εγώ;

Μαρία.        Γαμώ την τύχη μου μέσα.

Άννα.          Και την δική μου.

Ουρανία.     Τη δική μου κανείς;

Άννα.          Σταμάτα κι εσύ. Μη βάζεις φυτίλια.

Ουρανία.     Καλά. (Παύση) Θυμάσαι όταν προσπαθούσε να φορέσει την            καμπαρτίνα του και δεν είχε κουμπώσει το σακάκι. Πλάκα.                    Μπερδευόταν τα μανίκια του, δεν τα ‘βρισκε. Χαμός. Ειδικά            άμα βιαζότανε.

Μαρία.        Γιατί να βιάζεται; Θα φύγει το τραίνο ή δε θα περιμένει η               γκόμενα;

Ουρανία.     Είχε...γκόμενα;

Mαρία.        Αχ, κακομοίρα μου. Είσαι αλλού νυχτωμένη. Εσύ με το μυαλό σου, φτιάχνεις ιστορίες. Όλα τα βλέπεις καλά. Όλοι τα ίδια σκατά είναι. Ξύπνα!

Ουρανία.     Όλοι...(Παύση) Θέλεις να πεις...

Μαρία.        Δεν θέλω να πω τίποτα. Όποιος έχει μάτια...βλέπει.

Ουρανία.     Εγώ...δεν έχω;

Αννα.          Έχεις γλυκιά μου. Και πού όμορφα μάλιστα. Ησύχασε. Μη               σκοτίζεις το μυαλουδάκι σου μ’ αυτά τα πράγματα.

Μαρία.        Σιγά τα μέλια.

Αννα.          Γιατί; Μήπως θα ‘θελες...εσύ;

Μαρία.        Εγώ...μωρό μου, δεν χρειάζομαι συμβουλές. Όταν                                      αποφασίσω να κάνω κάτι, το κάνω. Δεν το συζητάω.

Αννα.          Ναι! (Παύση) Και;

Μαρία.        Τι και;

Αννα.          Τι μας το λες; Για να φοβηθούμε;

Μαρία.        Για να το ξέρετε.

 

(Σ’ όλη αυτή τη στιχομυθία, η Ουρανία έχει πάει σε μια άκρη της σκηνής. σκεφτική.)

 

Ουρανία.     Αν τον βοηθούσε κάποιος;

Μαρία.        Τι;

Ουρανία.     Αν τον βοηθούσε κάποιος;

Άννα.          Τι να βοηθήσει; Ποιόν;

Ουρανία.     Να φορέσει την καμπαρτίνα του. Δεν θα ήταν καλύτερα;                           Δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα μόνοι μας. (Παύση)                            Πείνασα.

 

(Η Ουρανία φεύγει και γυρίζει μ’ ένα γιαούρτι. Τρώει. Παίρνει μια τράπουλα Ταρώ και αρχίζει να τη στρώνει. Όλη αυτή η σκηνή, δεν έχει λόγο. Ούτε μουσική. Μόνο σιωπές. Και αναπνοές. Οι άλλες δύο την παρακολουθούν. Δεν φαίνεται πολύ καλό αυτό που δείχνουν τα χαρτιά και είναι ανήσυχες. Η Ουρανία μαζεύει την τράπουλα σ’ ένα μεταξωτό μαντίλι.

Εδώ μπορεί να γίνει διάλειμμα.)

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΕΛΟΣ Α ΜΕΡΟΥΣ;

 


 

 

 

 

 

Β ΜΕΡΟΣ;

 

 

 


 

(Η Αννα πολεμάει να σπάσει ένα σπυράκι στην πλάτη της)

 

 

Ουρανία.     Τι έπαθες;

Αννα.          Θα το σπάσω το καταραμένο που θα μου πάει. Μ’ έχει                              πεθάνει.

Ουρανία.     Άστο, Αννούλα μου. Όλη την ώρα μ’ αυτό ασχολείσαι;

Μαρία.        Νομίζω πως προσπαθείς ν’ αυτοκτονήσεις σπάζοντας                      μπιμπίκια.

 

(Η Ουρανία και η Μαρία γελάνε.)

 

Αννα.          Μμμμ, πολύ αστείο.

Μαρία.        Άσε να σε βοηθήσω.

Αννα.          Όχι εσύ, θα με σκοτώσεις.

Μαρία.        Καλά, πάω να φέρω λίγο οινόπνευμα. (Στην Ουρανία)                     Ουρανία, πιάσε δουλειά.

Ουρανία.     Διαταγές.

 

(Το σπάει η Ουρανία και το περιποιείται η Μαρία.)

 

Αννα.          Λέω να πάμε ένα ταξίδι.

Μαρία.        Πού; Έτσι απλά;

Αννα.          Μια εκδρομή. Στα νησιά. Λίγες μέρες. Θα ‘ναι όμορφα.

Μαρία.        Δεκαεξάρικοι έρωτες.

Ουρανία.     Εκεί γύρω στα τριάντα, λες λιμάνι. Η φουρτούνα, θέλει την             απανεμιά της. (Μικρή παύση) Μια αγκαλιά και δώστου                       αέρηδες και κύματα.

Αννα.          Μια εκδρομή. Μπορεί κάτι ν’ αλλάξει.

Μαρία.        Μπορεί;

 

(Παύση)

 

Αννα.          Έχετε δει...

Ουρανία.     Τι;

Αννα.          Άστο.

Μαρία.        Τι να ’χουμε δει;

Αννα.          Άστο σου λέω.

Μαρία.        Κι εγώ σου λέω όχι. Δεν μπορείς να λες κάτι και μετά...Μου            σπας τα νεύρα. Πώς το παίζεις;

Αννα.          Δεν το παίζω.

Ουρανία.     (Δείχνει να πονάει το στομάχι της)

Αννα.          Τι έχεις;

Ουρανία.     Το στομάχι εκδικείται. (Παύση) Τι αν έχουμε δει;

Αννα.          (Χαμογελάει) Τα περιστέρια...στις πλατείες. Χιλιάδες ζυγοί αριθμοί. Δεν έχω δει περιστέρι, μονό.(Παύση)

Ουρανία.     Καταραμένο στομάχι.

Αννα.          Πονάς;

Μαρία.        Τι είναι αυτό με τα περιστέρια; Τι συμβολισμός; Μας έπιασε            το ρομαντικό μας, ξαφνικά. Μη ξεράσω.

Ουρανία.     Νομίζω πως θα ξεράσω εγώ.

 

(Παύση. Μουσική)

 

Αννα.          Γιατί οι γυναίκες δεν έχουν μήλο του Αδάμ, ξέρετε;

Μαρία.        Άντε πάλι. Όχι, εσύ ξέρεις;

Αννα.          Ξέρω. Εσύ Ουρανία;

Ουρανία.     Όχι, γιατί, δεν ξέρω.

Αννα.          Τότε που αγόρι και κορίτσι είναι ένα, στην κοιλιά, το αγόρι δαγκώνει και τρώει το μήλο του κοριτσιού. Από συνήθεια. Αν γεννηθεί αγόρι, έχει το μήλο που έφαγε. Αν γεννηθεί κορίτσι, δεν έχει, αφού το έφαγε τ’ αγόρι.

Μαρία.        Το ‘φαγε και του στάθηκε. Αυτοί οι πούστηδες γεννιούνται με                   προδιαγραφές θανάτου.

Ουρανία.     Ούτως ή άλλως πεθαίνουν πιο νωρίς από μας.

Μαρία.        Ευλογημένες του κόσμου οι γυναίκες. “Στον Ήλιο, στον                            πατέρα του γονιού μου, στη Γη και σ’ όλους τους Θεούς.” Στη           μάνα τη Σελήνη.

Όλες.                    Αμήν.

 

(Παύση. Μουσική)

 

Ουρανία.     Κλαίει η ψυχή μου. Δεν ξέρω τι να κάνω.

Αννα.          Τέλειωσε άλλη μια βδομάδα.

Μαρία.        Δεν φοβάμαι.

Ουρανία.     Κυριακή γεμάτη διαφημίσεις.

Αννα.          Αθλητικά.

Ουρανία.     (Παύση) “Όχι πάλι.”

Μαρία.        “Τι είπα τώρα;”

Άννα.          (Φοβισμένη) Δεν φοβάμαι. (Σιγοτραγουδάει) Θ’ ανάψει το              φως.

Μαρία.        “Καλά καλά, δες ό,τι θες. Θα πάω μια βόλτα.(Παύση) Πονάω. Γιατί; Μη με χτυπάς.”

Ουρανία.     Έχω όμορφα μάτια αυτή την ώρα. Έτσι όπως πέφτει το φως            απ’ το παράθυρο...Κοίτα με μια φορά...

 

 

(Η Ουρανία μέσα στα λόγια της αρχίζει να κλαίει)

 

Αννα.          Σε θέλω πολύ μου ‘λεγες κι εγώ έλιωνα. (Παύση) Μη χτυπάς! Δεν σου ‘κανα τίποτα.

Μαρία.        Ούτε κι εσύ. Μόνο παχιά λόγια...μαλάκα.

 

(Μεγάλη παύση)

 

Ουρανία.     Όταν μου χάιδευες το κορμί, δεν είχα πια. Ήταν όλο δικό                 σου.

Άννα.          Μόνο για σένα.

Ουρανία.     Σ’ άφηνα να με γδύσεις αργά. Σαν παλιό μαρτύριο. Ο άντρας μου...ήσουν. Το ακρωτήρι μου. Ο φάρος. Σβήσε μέσα μου το κερί σου. Εγώ θα είμαι εκεί. Η γυναίκα σου. Θα περιμένω να το ανάψεις πάλι. Εγώ θα το κάνω. Το θέλω. Σ’ αγαπάω.

 

(Παύση)

 

Μαρία.        Κάνει κρύο.

Αννα.                   Θέλω να χορέψω, αλλά...πονάει το χέρι μου.

Μαρία.        “Κοριτσάκι μου. Βελούδο και μετάξι μου. Καθαρό νερό στη            δίψα μου.” (Μικρή παύση) Αρχίδι.

Ουρανία.     Νύχτωσε.

Αννα.          Τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα.(Παύση) Δεν θα με ξαναχτυπήσεις. Στα ’δωσα όλα. Έμεινα μόνη. Μια βαλίτσα γεμάτη είναι τα χρόνια μου. Άπλυτα...μαμά...Η κόρη σου μεγάλωσε μαμά...

Μαρία.        Δεν έμεινε κανείς. Μόνο εμείς.

Αννα.          Ο άντρας μου...

Μαρία.        Ήταν ποτέ; Δεν θυμάμαι. Πάει καιρός.

Ουρανία.     (Παύση) Δεν βιάζομαι. Άργησα να το μάθω αυτό. Κι όλες                αυτές οι διαφημίσεις...Δεν θα μου αλλάξουν γνώμη.

Αννα.          Βουίζει το κεφάλι μου, σαν ένα σμάρι μελίσσια. Πάψε πια. Τι θέλεις από μένα;

Μαρία.        Κάνε μου ένα παιδί, του είπα. Που θα το λέμε, Χριστό. Ένας μικρός Χριστός, που θα ‘χει τα μάτια σου. (Παύση) Μη με χτυπάς. Μη...Όχι στη κοιλιά. Όχι...Το παιδί...(Παύση) Χάθηκε.

Ουρανία.     Δεν ξέρω τι σου ερωτεύτηκα. Ήμουνα μαγεμένη, σαν τη                            βασιλοπούλα του παραμυθιού.(Παύση) Άσε με να                                      ονειρεύομαι.

 

Τραγούδι

 

“Έχω ένα όνειρο, φτερό

μες τη ποδιά μου.

Με παρασέρνει στο χορό

και πως χτυπάει η καρδιά μου.

Άσε με όνειρο να ελπίζω

μη μου γκρεμίζεις ό,τι χτίζω.”

 

Άσε με. Θέλω να ζήσω. Να μην αφήσω ούτε στιγμή να πάει            χαμένη.

 

Μαρία.        Σε μισώ...

Αννα.          ...όσο σ’ αγαπάω.

Ουρανία.     Δεν σε θέλω.

Μαρία.        Άσε με να βουλιάξω τόσο βαθιά, μήπως και πνιγώ κάποτε.

Αννα.          Και ξεχάσω.

Ουρανία.     Άσε με να ελπίζω.

Αννα.          Έλα λίγο. Στον ύπνο μου. Μόνο. Όπως τότε. θα σου φτιάξω το φαγητό που σ’ αρέσει. “Είναι αρκετά κρύο το κρασί;” Δείξε       μου πως είμαι η γυναίκα που σου σφίγγει το στομάχι. Αυτή         που κάνει την καρδιά σου να χτυπάει σαν τρελή. Η γυναίκα σου. Η ζωή μου, πλάι στη δική σου. Στον ύπνο μου. Κι εγώ δεν θα ξυπνήσω. Στο υπόσχομαι. Θα μείνω. Για πάντα. Δικιά σου.

Μαρία.        Κρυώνω.

Ουρανία.     Λάμπεις.

Μαρία.        Ερωτεύτηκα. (Παύση) Δεν θα με ξαναχτυπήσεις, εντάξει;

 

(Παύση. Μουσική)

 

Εγώ, στο δωμάτιο μου, είχα πολλές κούκλες. Μια μικρή βιβλιοθήκη, με μια εγκυκλοπαίδεια, δώρο του μπαμπά. Σε μια γωνιά, ένα μικρό πύργο. Δεν ήξερα τι ήταν. Μου άρεσε. Ήταν           στραβός. Αργότερα έμαθα πως ήταν ο πύργος της Πίζας. (Παύση) Φοβόμουνα τις νύχτες. Έκλαιγα. Κι έβρεχα το κρεβάτι μου. Για να σταματήσω...να φοβάμαι, ο μπαμπάς μου πήρε μια υδρόγειο με φως.

 

 

(Παύση. Στη διάρκεια του μονολόγου, η Ουρανία ρίχνει τα χαρτιά και η Αννα συγυρίζει.)

 

 

Είχα όλο τον κόσμο στο δωμάτιό μου. Γεμάτο φως. Να τον κάνω ό,τι θέλω. Να το ανάβω όποτε θέλω, να τον σβήνω όποτε θέλω. Έπαψα να φοβάμαι. Και να βρέχω και το κρεβάτι μου.(Παύση) Κάποτε νόμιζα πως όλος ο κόσμος είναι δικός μου. (Παύση. Απότομα) Αρχίδια. Σαν τ’ αρχίδια που κουβαλάνε οι πούστηδες και νομίζουν ότι μπορούν να τα κάνουν όλα. (Μικρή παύση) Γιατί δε μου το ‘πες μπαμπά;

Ουρανία.     Τα χαρτιά δεν λένε τίποτα. Σκοτάδι.

Μαρία.        Τι κάνεις;

Ουρανία.     Προσπαθώ.

Μαρία.        Τι προσπαθείς;

Ουρανία.     Να μάθω.

Μαρία.        Τι;

Ουρανία.     Θα φανεί.

Μαρία.        Στα χαρτιά;

Ουρανία.     Στα χαρτιά.

Μαρία.        Είναι σαν τον κόσμο σου.

Ουρανία.     Δεν είναι καλύτερα έτσι;

Μαρία.        Να ζεις στο παραμύθι;

Ουρανία.     Στο παραμύθι.

 

(Η Αννα παρακολουθεί σιωπηλή την στιχομυθία.)

 

Αννα.          Δεν τα ξέρω τα παραμύθια σας. Δεν θέλω να τα ξέρω.

 

(Χαλάει τα χαρτιά της Ουρανίας)

 

 

Ουρανία.     Είσαι τρελή;

Αννα.          Δεν καταλαβαίνεις.

Ουρανία.     Τι δεν καταλαβαίνω;

Αννα.          Ξέχασες; Τα μάτια του. Την αγκαλιά του. Βάλε τα χείλια σου στα δικά μου, του έλεγα. Είσαι δικός μου. Δεν με νοιάζει τι λέει ο κόσμος. (Παύση) Με πονάς. Δεν το καταλαβαίνεις; (Γελάει) Εγωίστρια; Είμαι δικιά σου. Με κρατάς. Θέλω τον έρωτά σου. Είναι εγωισμός αυτό; (Παύση) Τι άντρας είσαι εσύ; Τι σου γύρεψα; (Παύση. Φωνάζει) Ορίστε. Χτύπα. (Παύση) Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Έρχεσαι στον ύπνο μου.   Σκιά.

 

Τραγούδι

 

“Έχω ένα όνειρο νεκρό

μες το κορμί μου.

Είναι σαν φάρμακο πικρό

και ξεπερνάει την δύναμή μου.

Άσε με όνειρο να ζήσω

κι ό,τι χρωστώ, το δίνω πίσω.”

 

(Παύση) Μια έρωτας, μια καταδίκη. Σε χρειάζομαι. Σ’ αγαπάω.

 

Ουρανία.     Έχει ανοίξει μια πληγή που δεν κλείνει.

Αννα.          Σε θέλω. Είμαι συνέχεια στον δρόμο σου. Πόσο χαμηλά θα

πέσω;

Ουρανία.     Φοβάμαι.

Μαρία.        Δεν είναι σαν τις άλλες φορές.

 

(Η Αννα αρχίζει να χαϊδεύεται)

 

Αννα.          Σε θέλω. Μη με σκοτώνεις άλλο. Κάνε μου έρωτα. Μπες μέσα μου. Και μη ξαναβγείς ποτέ. Να μείνεις εκεί. Άντρας μου και παιδί.(Αναστενάζει) Πόσο ακόμα; Μου κάνεις κακό.

 

(Την πλησιάζει η Μαρία. Αγκαλιάζονται)

 

Μαρία.        Αννα μου.

Αννα.          Με καταστρέφει. (Κλαίει) Βρέχει. Τώρα. (Αυνανίζεται) Τώρα. Για σένα. Για μένα. Αααχ, Παναγιά, βοήθησέ μας. (Τελειώνει στην αγκαλιά της Μαρίας)

Μαρία.        Έλα μωρό μου. Σώπα. Σώπα. Όλα είναι εντάξει.

Αννα.          Να κοιμηθώ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. (Στην Ουρανία) Τι με            κοιτάς;

Ουρανία.     Σε θαυμάζω.

Αννα.          Γιατί;

Ουρανία.     Εγώ δε μπορώ.

Αννα.          Κι εγώ που μπορώ...

Μαρία.        Σ’ αγαπάω, γαμώτο μου. Είσαι ο εαυτός μου.

 

(Μεγάλη παύση.)

 

Ουρανία.     (Στην Αννα) Σήκω πάνω, βλάκα. Σήκω.

 

(Τη σηκώνει με το ζόρι. Η Αννα ζαλίζεται. Την πιάνει να μην πέσει)

 

Αννα.          Έλεγε πως μ’ αγαπούσε.

Μαρία.        (Στην Ουρανία) Να την πάμε στο κρεβάτι.

Αννα.          Πού με πάτε; Θα έρθει όπου να ‘ναι. Πρέπει να φτιαχτώ. Να            γίνω όμορφη. Να του αρέσω. Θέλω να προσπαθήσω. Πού με              πάτε;

Ουρανία.     Λίγο να ξαπλώσεις.

Αννα.          Δεν θέλω να ξαπλώσω.

Μαρία.        Έλα καλή μου τώρα.

Αννα.          Μόνο για κείνον. Μήπως είναι λάθος; (Στη Μαρία) Αγκάλιασέ με. Το δωμάτιο είναι άδειο. (Στην Ουρανία) Εσύ φταις.

Ουρανία.     Εγώ, εγώ.

Αννα.          Να κάνω ένα μπάνιο, να με βρει όμορφη. (Στη Μαρία) Θα               έρθει;

Μαρία.        Θα έρθει.

Αννα.          (Στην Ουρανία) Θα έρθει;

Ουρανία.     Ναι, ναι.

Αννα.          Μόνο που εγώ θα λείπω. (Μικρή παύση) Του ‘χα χαρίσει μια           κολόνια. Στα γενέθλια...

Μαρία.        Ναι!

Ουρανία.     Την δοκίμασε αμέσως.

Μαρία.        Μύριζε...όμορφα.

Αννα.          Δεν χρειάστηκε να ψάξω . Το ήξερα.

Ουρανία.     Σαν παιδί έκανε.

Μαρία.        Μύριζε...όλο του το σώμα.

Ουρανία.     Το θυμάμαι σαν να ‘ναι χτες.

Αννα.          Κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται.

Ουρανία.     Περάσαμε όμορφες στιγμές.

Αννα.          Ναι.

Μαρία.        Και το αίμα του...είχε αυτή τη μυρωδιά. Το πουκάμισο, το               παντελόνι...τα χέρια μου.

 

(Η Μαρία κοιτάζει και μυρίζει τα χέρια της. Η Αννα και η Ουρανία προσπαθούν να μυρίσουν τα δικά της χέρια.)

 

Η μυρωδιά του είναι και στα δικά σας χέρια. Πώς μου το                           παίζεται τώρα; Αθώες; Δεν ξέρετε τίποτα, έτσι; Εσείς έχετε                  πλύνει τα χέρια σας. Ξέρω. Στο μουνί σας έτσι; Ας βγάλει το             φίδι η Μαρία. Ε, λοιπόν όχι. Δεν είμαι μόνη μου σ’ αυτό και              το ξέρετε καλά. Έτσι δεν είναι;

 

(Η Άννα και η Ουρανία δεν μιλούν)

 

Τι έγινε; Το αμίλητο ήπιατε; (Μικρή παύση) Το αίμα του μυρίζει ακόμα και τώρα, στο μυαλό. Εγώ του ‘βαλα το μαχαίρι, (Στην Αννα) εσύ το έστριψες (Στην Ουρανία) κι εσύ τον αποτελείωσες. Δικιά σου ήταν αυτή που του ‘κοψε την καρωτίδα. Δεν μιλάτε. Ποιος του κάρφωσε τη γλώσσα μ’ ένα αγκίστρι; Αννούλα μου, πολύ σιωπηλή... “Δεν θα ξαναγλύψεις μουνί, παλιομαλάκα.” Θυμάσαι; Είχες κοκκινίσει ολόκληρη. Ποιος του ‘σκισε το παντελόνι με ξυράφι; Ουρανία μου, γλυκιά και τρυφερή. Ποιος του χάραζε σιγά σιγά τ’ αρχίδια; Κι από πάνω έριχνε αλάτι; Ήταν ωραία η πούτσα του ψόφια, στο στοματάκι σου; Παλιοκαριόλα. Γελούσες. “Δεν θα ξαναγαμήσεις. Δεν θα ξαναχύσεις καμιά πουτάνα, χωρίς αρχίδια, παλιοπούστη.” Ούτε αυτό το θυμάσαι; Τσ, τσ, τσ...με κάνετε κι ανησυχώ. Πρέπει να σας δει κανένας γιατρός.

(Μεγάλη παύση)

 

Του ‘σπασα τα χέρια μ’ ένα σφυρί. “Δεν θα με ξαναχτυπήσεις ποτέ. Δεν θα ξαναπλώσεις χέρι πάνω μου. Γιατί δεν θα ‘χεις”

 

(Η Μαρία γελάει υστερικά. Φεύγουν και οι τρεις και η σκηνή μένει άδεια. Χωρίς ήχο. Μόνο σιωπή. Μετά από λίγη ώρα ακούγεται ένα τραγούδι στην άδεια σκηνή.)

 

Τραγούδι

 

“Έχω την επιθυμία κάποιου άλλου

και δεν ξέρω τι να κάνω.

Μπορεί τραγούδι

μπορεί φιλί.

Σ’ ένα κατάμαυρο

πυκνό μαλλί.

Ό,τι κι αν ψάξω

ό,τι κι αν βρω,

έχω την επιθυμία κάποιου άλλου

και δεν ξέρω τι να κάνω.

Έχω τον μεγάλο δρόμο κάποιου άλλου

και δεν ξέρω που να πάω.

Μπορεί στη δύση

μπορεί παντού.

Ένα μεσάνυχτα

τρελού παιδιού.

Όπου κι αν είμαι

όπου βρεθώ

έχω τον μεγάλο δρόμο κάποιου άλλου

και δεν ξέρω που να πάω.”

 

(Όσο διαρκεί το τραγούδι εμφανίζονται πάλι στη σκηνή και κάθονται. Σαν να ακούνε το τραγούδι)

 

Αννα.          Πόσος καιρός έχει περάσει; Δεν θυμάμαι. Εσύ; (Παύση) Πού γίνανε όλα αυτά; Λυπάμαι. Σαν εαυτός, με μαγνήτες τους     άλλους. (Μικρή Παύση) Τόσος κόσμος! Θεατές. Είστε γελασμένοι. Εμείς είμαστε θεατές. Όλοι. Πρωταγωνιστές. Όλοι. Το δίχτυ του Αγαμέμνονα, τα χέρια της αγάπης. Δεν ξέρω να μιλήσω. Θέλω να το δω. (Στο κοινό) Με τα μάτια τα δικά σας. Το μυαλό φοράει τα καλά του. Στο πάθος. Στην έξαψη. (Παύση) Παντρέψουμε, μου είπε. Παντρέψουμε και θα σε κάνω κορώνα και βασίλισσα. (Γελάει) Δεν μου είπε όμως πως θα με λένε Κλυταιμνήστρα. Άμα το ‘ξερα...Απ’ τα ίδια γράμματα αρχίζει και το κλάμα. (Παύση) Φορούσα κόκκινο νυφικό. Από σκληρό χαρτόνι. Σαν αυτό που κάνουν τις περικεφαλαίες στο θέατρο. (Παύση. Σε κάποιον στις κουΐντες) Μπορώ να έχω λίγο νερό; (Στο κοινό) Οι Κυριακές μοιάζουν πάντα μελαγχολικές. Κουράστηκα.

 

 

(Κάποιος τεχνικός του θεάτρου της φέρνει νερό σε πλαστικό ποτήρι.)

 

Ευχαριστώ.

 

(Στο κοινό. Όλες μαζί)

 

Στην υγειά σας.

 

 

(Από το ίδιο ποτήρι πίνουν η Μαρία και η Ουρανία)

 

 

ΤΕΛΟΣ