ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΗ (ΘΗΒΑΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) Εκτύπωση
Παρασκευή, 22 Ιούλιος 2011 17:48

ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΗ

ΘΗΒΑΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ


Λαϊκός μονόλογος με ένα πρόσωπο

ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΟΥ

Το έργο συνιστά έναν τραγικό μονόλογο. Εκφέρεται από μια γυναίκα. Η ίδια φέρει τα χαρακτηριστικά της φθοράς. Με την εξομολόγησή της εκπέμπει ένα σήμα κινδύνου για όλες εκείνες τις υπάρξεις που τοποθετήθηκαν στο περιθώριο, δίχως τη δυνατότητα της επιλογής. Η σιωπή των αγαπημένων προσώπων, η απουσία ελπίδας, οράματος, το τέλμα της ζωής στις πόλεις, όλα αυτά συνιστούν το αποτρόπαιο πρόσωπο του θανάτου. Η γυναίκα, νικημένη, χρησιμοποιημένη, εκπέμπει το τελικό σήμα του κινδύνου. Επιθυμεί το θάνατο, μα δεν το βρίσκει στα μέρη των αυτοκτονιών. Αντίθετα, όταν όλα γύρω έχουν σωπάσει, εκείνη καταννοεί πως η ιδέα του τέλους, είναι απόλυτα εμπεδωμένη στα μέσα φύλλα της. Έτσι, καταλήγει, λυτρωμένη σε μια δήλωση-καταδίκη της ζωής. Για την ίδια ο θάνατος περιέχεται μες στους βίους, μες στις ληγμένες αγάπες της νεότητας. Ο θάνατος θέλει κραυγή και ζωή για να σταθεί.

ΠΡΟΣΩΠΑ

Η παράσταση πραγματοποιείται με την παρουσία μιας και μόνης ηθοποιού. Πρόκειται για μια γυναίκα των σαράντα ετών, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπο. Τα ρούχα της είναι απλά. Φορά μια μπλούζα με στρας, ψηλά, μαύρα τακούνια. Το βάψιμό της είναι έντονο. Με τη συμμετοχή του σώματος, με την ένταση του προσώπου υποστηρίζει το λόγο, τον οποίο εκφέρει.

ΣΚΗΝΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

Το σκηνικό είναι εξαιρετικά λιτό. Στο μέσο της σκηνής, ένα μικρό καμαρίνι. Κυριαρχεί η ξύλινη κατασκευή, ο καθρέφτης, μεγάλος, κατάλληλα τοποθετημένος για την πλήρη έκθεση του προσώπου προς τις θεατές. Μια μεγανθυμένη εικόνα της προβάλλεται στην επιφάνεια που αντικρύζουν οι θεατές στο βάθος της σκηνής.Η γυναίκα κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα, φθαρμένη. Στην άλλη άκρη του χώρου ένα μισοδιαλυμένο ντιβάνι με λερωμένα σεντόνια. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, τη μορφή της στον καθρέφτη, την προβολή της στη μεγαλύτερη επιφάνεια, αντικαθιστά η προβολή εικόνων από την Αθήνα του περιθωρίου. Μια περιήγηση στη σκοτεινή πόλη. Ο φωτισμός πάντα χαμηλός, έτσι ώστε να αναδεικνύεται η έκφραση του κεντρικού προσώπου. Κάθε τόσο διακρικά, αλλά ξεκάθαρα ακούγονται παλιά τραγούδια, λαϊκά. Ο ήχος του φτάνει δυνατός, σβήνει διαρκώς και επαναλαμβάνεται, έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση ενός ονειρικού βάθους.

ΧΡΟΝΟΣ

Το έργο εξελίσσεται σε άγνωστο χρόνο, δίχως να απαιτείται ο χρονικός προσδιορισμός του. Ο χρόνος συνιστά κάτι περιττό για την εξέλιξη της πλοκής και για αυτό δεν γίνεται καμιά εξειδικευμένη αναφορά. Σκοπός άλλωστε του έργου, είναι η προβολή μιας σταθερής αξίας για το θάνατο, άσχετα με χρόνο, χώρο ή πρόσωπα.

ΕΡΓΟ

(Μια γυναίκα στέκει εμπρός στον καθρέφτη ενός καμαρινιού. Δίπλα της τα γυναικεία σύνεργα, οι φωτεινοί λαμπτήρες, γύρω της σκοτάδι, φαίνεται μόνο το πρόσωπό και η θέση της. Στα πόδια της υπάρχουν έτοιμες αποσκευές, κάτι δερμάτινες, πράσινες βαλίτσες. Η γυναίκα στέκει ακίνητη. Κοιτάζει το πρόσωπό της. Καθώς εκείνη απευθύνεται με το είδωλό της προς τους θεατές, ακούγονται τραγούδια λαϊκά. Τα ρούχα της προσεγμένα, δείχνουν την εντύπωση πως πρόκειται η ίδια να συυμετάσχει σε κάποια σημαντική, κοινωνική εκδήλωση. Με άλλα λόγια, η ενδυμασία της γυναίκας δεν παραπέμπει στα υπέροχα, λαϊκά μαγαζιά των εθνικών παράδρομων. Τα μαλλιά της πιασμένα άψογα. Κρατά τα χέρια της εμπρός στον καθρέφτη, σφιχτά. Το βάψιμό της έντονο. Τα μάτια της είναι το πιο έντονα βαμμένο σημείο του προσώπου, έτσι ώστε να μαγνητίζουν το βλέμμα. Η γυναίκα ξεκινά να μιλά, κοιτώντας το κοινό μέσα από τον καθρέφτη. Σταδιακά, γυρνά όλο και περισσότερο προς την πλατεία. Αυτό όμως γίνεται αργά, σαν τάχα να διστάζει εξαιτίας κάποιας ντροπής που χαμηλώνει το βλέμμα της. Η θέση της διατηρείται σταθερή, μεταβάλλεται ανάλογα με την ένταση του λόγου.)

Η Χαρούλα έλεγε πως ποτέ δεν θα πεθάνει. Και πάνω σε κάτι ψηλά, μαύρα τακούνια ισορροπούσε και έφερνε βόλτες σε ρυθμούς λαϊκούς. Και όλες μαζί την κοιτάγαμε που άφηνε ίσκιους πάνω στους τοίχους, εκείνοι σκαρφάλωναν πάνω στο ταβάνι, πιάνονταν από κάτι γυμνά δοκάρια, έπειτα σκόρπαγαν. Και εμείς χειροκροτούσαμε και πίναμε παράξενα ποτά σε ένα χρώμα αλλιώτικο. Ξεκάλτσωτες, με τα μαλλιά λυτά και σκονισμένα, όλο βρίζαμε και βάφαμε τα στόματά μας με εκείνο το πράσινο του τσιμέντου. Το πράσινο του νεκρού και του ξεχασμένου. «Άμα θέλει κανείς να περιγράψει κάτι πεθαμένο, πρέπει να το κάνει σε απόχρωση πράσινη», έλεγε η Μαρία μες στο κοντό της φόρεμα και ο ανεμιστήρας γύριζε με τις κόκκινες, τις φούξια κορδέλλες και έμοιαζε με το κεφάλι ενός κοριτσιού μικρού που έχει ντυθεί με τα υλικά της συσκευασίας και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Γελά. Παύεις να χαμογελάς καθώς μεγαλώνεις. (η γυναίκα αγγίζει τον καθρέφτη, σαν να αγγίζει ένα ξένο πρόσωπο, μακρυνό.) Εκείνος ο μορφασμός που τραβάει το ήδη τεντωμένο δέρμα σου θέλει κουράγιο και δύναμη και είναι τα δόντια σου κίτρινα από τα τσιγάρα και τα ποτά και η ανάσα σου βρωμάει μνήμες πεθαμένες. Η Χαρούλα χόρευε πάντα δίχως ρυθμό. Έπειτα κουραζόταν, έπεφτε στο πάτωμα, έτριβε το πρόσωπό της, λερωνόταν με τις μπογιές, τα τακούνια της σπασμένα, τα άλικια νύχια σπασμένα. Οι ψυχές σπασμένες. Και όλες μαζί γονατίζαμε σε μια στάση ερωτική γύρω από την ετοιμοθάνατη και φωνάζαμε, λέγαμε κάτι άσχημα αστεία, καθόλου έξυπνα ή πνευματώδη, μπας και γελάσει η Χαρούλα, μα εκείνη ζήταγε να ανοίξουμε το παράθυρο, να ακουστεί ενοχλητικά η μοτοσικλέττα που ανεβαίνει το δρόμο και κάποτε σταματά και ο Ανέστης φωνάζει από κάτω, μαρσάρει και είναι ιδρωμένος. Κοιταζόμαστε όλες ένα γύρω. Ποια μωρέ θα βρει το κουράγιο να της πει πως πέθανε ο Ανέστης, τρυπημένος σε ένα σπίτι στα Πατήσια και οι δικοί του έκρυψαν τη μοτοσικλέτα με την κομμένη εξάτμιση. Ο Ανέστης είχε κομμένο λαιμό όταν τον βρήκαν οι χωροφύλακες και ήταν τρυπημένος με λάστιχα στα χέρια και στο πουκάμισό του που ήταν νωπό από τον ιδρώτα βρήκαν κάτι αρνητικά φωτογραφιών και είπαν να ειδοποιήσουν τη Χαρούλα, να μην τον περιμένει, να μην περιμένει κανέναν να φανεί από το δρόμο. Κάθε βράδυ τα ίδια και η Χαρούλα να διαγράφει τροχιές ελλειπτικές πάνω στα τακούνια της, να αφήνει διαδρόμους από άρωμά μες στο σακατεμένο διαμέρισμα και όλες μαζί να την κοιμίζουμε με Veronal και να φεύγουμε να πάμε στις πιάτσες να παζαρέψουμε τον εαυτό μας, ότι απέμεινε από μας να πουλήσουμε σε εκείνα τα αγόρια με τα άγρια μάτια, τα αιχμηρά χέρια. Με τις κόκκινες φούστες, τις κολώνιες τις φτηνές πίσω από τα αυτιά, πάνω στο χτύπο της φλέβας. Στεκόμασταν σαν στάχυα πάνω στους σιδερένιους κάμπους και όλο σκύβαμε πρόστυχα να δούν τα στήθη μας οι άντρες, να μας ζητήσουν, να κάνουμε έρωτα μες στα δωμάτια που μυρίζουν αγωνία και ξεφτισμένο ζευγάρι, να μας αφήσουν ένα, άντε δύο κατοστάρικα πάνω στα λερωμένα σεντόνια και εμείς να τα κρατήσουμε σφιχτά, γιατί είναι ακριβό το ψωμί και η κολώνια και θέλει κόπο να κερδίσει κανείς δυο κατοστάρικα. Ανοίγαμε κανένα παράθυρο και καπνίζαμε γυμνές, σκυφτές και κοιτάγαμε απέναντι στα φωτισμένα δωμάτια τις γυναίκες που έπλεναν και κράταγαν τα μωρά και οι άντρες φώναζαν από μέσα και έπειτα σιωπή και το κλάμμα το γοερό και ο ήχος των χεριών καθώς χτυπάνε τα πρόσωπα, ματώνουν τα χείλη. Εκείνα τα χέρια, -να ξέρεις, σε σένα απευθύνομαι ρε!-, (η γυναίκα αγγίζει άγαρμπα την επιφάνεια του καθρέφτη, το σώμα της τινάζεται, σαν από κάποιο ξαφνικό θυμό), εκείνα τα χέρια χτυπάνε ίσια στο κέντρο την ψυχή και το αίμα από το στόμα είναι το λιγότερο και δεν πονάει τίποτα όσο η μορφή της στον καθρέφτη που είναι ταλαιπωρημένη και έχει δυο μαύρα στεφάνια γύρω από τα μάτια, όπως εκείνα που έσπρωχναν τα αγόρια και οι έφηβοι στα νυχτερινά γυμνάσιά τους, στις παλαίστρες και τις λέσχες της πυγμαχίας. Κάτι μεγάλα στεφάνια, μεταλλικά, πελώρια, αργυρά βραχιόλια και εγώ κορίτσι πράμα στεκόμουν κάτω από τους στύλους και κοίταγα σαν τρελή εκείνους τους νεαρούς άντρες, (η γυναίκα φαίνεται να ερεθίζεται από την ανάμνησή της, αγγίζει πρόστυχα τον εαυτό της), και γύρω από τα λουστρίνια μου με γυρόφερναν τα απόνερα, καφετιά βρώμικα και έκλαιγα που σκεφτόμουν πως μες σε τόσο βρώμικους καιρούς εγώ θα πνιγώ, έτσι μονάχη και δεν θα δω τα αγόρια που τινάζονται έπειτα πάνω στα ποδήλατα και οι ακτίνες των τροχών τους φτάνουν στον ουρανό και τον χωρίζουν σε κάτι υπέροχα, καλοκαιρινά κομμάτια από ορίζοντα. (Η γυναίκα χαμογελά ειρωνικά. Παίρνει ένα τσιγάρο από μια ασημένια ταμπακιέρα, το κρατά σβηστό, μιμείται την κίνηση, μιλά.)

Που λες, τη Χαρούλα τελικά τη χάσαμε. Πήγε χάραμα κάτω στις ακτές, έπεσε, πνίγηκε, χτύπησε στα βράχια, έμεινε με δυο μεγάλες απορίες καρφωμένες στο πρόσωπο. (διορθώνει το βάψιμο των ματιών της.) Έπειτα τη θάψαμε, βάλαμε όλες από ένα κατοστάρικο, σχεδόν ένα μεροκάματο, όλο σπέρμα τα λεφτά και εξευτελισμό, τα δώσαμε στο γραφείο και της πήραμε ένα όμορφο φέρετρο, σκούρο καφέ, γυαλισμένο με μια κάτασπρη φόδρα μέσα. Και την ντύσαμε σε χρώμα ίδιο. Την κλάψαμε και δεν φύγαμε που έπεσε ο ήλιος γιατί η Χαρούλα φοβότανε μονάχη και έπειτα θα θελε να ακούσει τα λαϊκά της ερημιάς προτού γυρέψει τον Ανέστη και πεθάνει ακόμα μια φορά μες στην κάμαρή της. Φύγαμε νύχτα που ήρθε ο φύλακας και μας είπε να πάρουμε δρόμο, γιατί το κοιμητήριο κλείνει τα βράδια, να ησυχάσουν και οι νεκροί από τις τόσες ετοιμασίες, από τη ζήλια των ζωντανών που έμειναν πίσω να γυρεύουν μια συνέχεια στον κόπο και την ελπίδα τους. Φύγαμε και είπαμε να μην σταθούμε απόψε έξω από το σταθμό, να την τιμήσουμε καθώς αρμόζει σε μια γυναίκα της φυλής μας. Ανεβήκαμε στην Καισσαριανή, πάνω στο Σκοπευτήριο, βρήκαμε ένα μαγαζί παλιό. Το είχε ένας γέρος, μέσα όλο ναυάγια, άνθρωποι ρημαγμένοι, νικημένοι. Ήπιαμε, έπειτα βάλαμε το τζουκ μποξ να παίξει, χορέψαμε. Εγώ, είκοσι χρονώ, δεν το άντεχα το ποτό, σωριάστηκα πάνω στο τραπέζι, συλλογιόμουνα τη Χαρούλα, έπειτα κάποιος που δεν θυμάμαι το όνομά του ακούμπησε τα λεφτά πάνω στο τραπέζι, πήγε να με τραβήξει από το χέρι, οι άλλες φάνηκαν τριγύρω, αρπαχτήκαμε. «Δεν το δίνουμε απόψε», φωνάζανε, ο γέρος μπήκε στη μέση, μας έσυρε έξω από το μαγαζί, οι άλλοι γελούσαν, έλεγαν κάτι πρόστυχες κουβέντες, πετούσαν πέτρες όπως οι άνθρωποι στα αδέσποτα, όπως τα μεσημέρια στις κλειστές τις πόρτες των σπιτιών. Κατηφορίσαμε δίχως να μιλάμε, κάποιες έκλαιγαν, άλλες αμίλητες χάθηκαν στο βάθος των δρόμων, ξημέρωνε, έπεφτε μια υγρασία παράξενη, καθότανε το χώμα, στριμωχνόταν μες στα στόματα των πεθαμένων, ανάμεσα στα χείλη της Χαρούλας και τότε πια κανείς δεν είχε τίποτε να προσθέσει. Γιατί η βροχή, όπως και οι άνθρωποι έχει μια ηλικία μυστική.

Την αγάπαγα τη Χαρούλα. Περισσότερο από τις άλλες. (Η γυναίκα χαμογελά, με μια αίσθηση νοσταλγίας. Στο πρόσωπό της φαίνεται η γλυκήτητα του συναισθήματος Αγκαλιάζει το σώμα της, όπως κάνουν οι γυναίκες.) Με άφηνε πάντα να φορώ τα φουστάνια της, μου έφτιανε τα μαλλιά, σαν εκείνων των γυναικών που τραγουδούσαν στις ασπρόμαυρες εκράν, δεν με ρωτούσε για τη γριά τη μάνα μου που είχα αφήσει στο χωριό και έμαθα ύστερα από λίγο καιρό πως πέθανε από τον καημό της και τη θάψανε πρόχερα, όπως συμβάνει με του ανθρώπους του περιττούς και το πήραν το σπίτι, τα έκαψαν τα ενθύμια, τα ξύλινα κάδρα τα έσπασαν και έριξαν τους τοίχους, τις πόρτες, τα παράθυρα έσπασαν και δεν απέμεινε τίποτε από τη μνήμη των ανθρώπων. Τίποτε δεν ρώτησε από τούτα η Χαρούλα, μήτε που έφυγα νοιάστηκε ύστερα από λίγο καιρό. Μόνο που μου είπε να προσέχω τις νύχτες στις οδούς τις εθνικές και άμα φανεί η ανάγκη πως μπορώ να γυρίσω στο διαμέρισμά της με το φεγγίτη, με το μικρό λουτρό, με τη μυρωδιά του Ανέστη, τον ήχο της μοτοσικλέττας. Εγώ δεν γύρισα όμως ποτέ, γιατί δεν άντεχα που έλιωνε σαν δέντρο κάθε απόγευμα και έβριζε πιωμένη τους περαστικούς, σαν την κοιτούσαν πονηρά ή τη ρωτούσαν για κάποιο δρόμο άγνωστο, μια διεύθυνση, ένα τυχαίο προορισμό. Τίποτε δεν γύρεψα από τη Χαρούλα. Κράτησα τη μορφή της πεθαμένη και ήσυχη σαν μάνα και δεν επέστρεψα πια ποτέ στα γνώριμα στέκια, με τη μυρωδιά από το βετιβένιο και τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων. Πήγα, στάθηκα στη σειρά, ζήτησα δουλειά, να κερδίζω το ψωμί μου δίχως μετάννοιες και προσκυνήματα σε μέλη ανδρικά, πήγα στάθηκα εμπρός από τους δημόσιους υπαλλήλους, μες σε αίθουσες φωσφορικές με μια φτερωτή, με τα κιτρινισμένα έντυπα των αιτήσεων. Τόσοι άνθρωποι, τόσε αιτήσεις. «Παρακαλούμε, συμπληρώστε το όνομα, την ηλικία, το φύλλο», όλο συμπλήρωνες, έπρεπε να θυμάσαι τον εαυτό σου, το όνομα, την καταγωγή σου, έπειτα κάποιο λάθος στα στοιχεία, «παρακαλώ απευθυνθείτε στον προίστάμενο». Σε ποιον να γυρέψεις και τι. Πήγα, στάθηκα στη σειρά, γύρεψα δουλειά στα καταστήματα των νεωτερισμών γιατί την ήξερα την τέχνη και έπιαναν τα χέρια μου, μα είναι ετούτη η πόλη μια πόρτα κλειστή, σφραγισμένη και υπάρχουν πολλοί μες στα περιθώρια που έχουν το σημάδι της ντροπής και είναι άγρια τα στόματα και οι αποκρίσεις και τα περάσματα πάντα δύσκολα, απροσπέλαστα. (η γυναίκα τρομαγμένη, κλείνει τα μάτια της. Τα χέρια της είναι στο πρόσωπό, σε μια στάση απελπισίας. Έπειτα αργά, μιλά. Έχει δε ήδη γυρίσει ελαφριά προς τους θεατές). Στις ώρες της σιωπής, με βρίσκω ανυπόφορη. (μειδιά ελαφριά).

Με το σφιγμένο μου στόμα ζήτησα, παρακάλεσα, μωρέ. Έβαλα την αξιοπρέπειά μου μες στα ρούχα, την έκρυψα καλά να μην τη δουν, να μην σκεφτούν πως πρόκειται για ένα πρόσωπο περήφανο που δεν ξεπουλιέται, δεν υποκύπτει. Άφησα την πρόσοψή μου όλο ρωγμές, να έρχονται οι άνθρωποι να τις ψηλαφίζουν, να αισθάνονται τις αυλακώσεις, όπως στους τοίχους, στα δωμάτια τα ύποπτα που φαίνονται οι νευρώσεις πάνω στις πέτρες και τα τσιμέντα. (Χαμηλώνει το κεφάλι λυπημένη.) Εκτέθηκα σε ένα μέγιστο, ανυπόφορο βαθμό και εσύ δεν ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να αρνιέται κανείς τον εαυτό του. Στάθηκα. Βρήκα δουλειά σε μια βιοτεχνία έτοιμων ενδυμάτων. Τα φαγα τα χέρια μου πάνω στη μηχανή, να δώσω σχήμα ανθρώπου στα υφάσματα τα φτηνά, να φορεθούν από τα σώματα, σαν της Χαρούλας με το καμαράκι που είχε ένα μικρό λουτρό και μια θέα στα πελώρια πρωινά. Και νοίκιασα και ένα σπίτι με τα παράθυρα στο ύψος του δρόμου και μια μυρωδιά από αμμωνία και βρώμα καλά ριζωμένη, αναπότρεπτη. Δεν είχα ορίζοντα και έτσι με το πρώτο βδομαδιάτικο πήγα και αγόρασα μια αφίσα πολύχρωμη, ταξιδιωτική που έδειχνε μια αμερικανική μεγαλούπολη, φωτισμένη με κάτι ψηλά, μεταλλικά κτίρια. (Η γυναίκα μοιάζει να εγκαταλείπει τις δύσκολες σκέψεις, χαμογελά, μιλά με τη ζωντάνια ενός μικρού παιδιού.) Εκείνη η πόλη δεν είχε όνομα, δεν ξέρω αν υπήρχε, όπως δεν γνωρίζω αν μιλώ εγώ απόψε ή ότι κατόρθωσε να επιζήσει από τούτο το χαμό. Εκείνη η πόλη έμοιαζε με το Σαν Τέλμο, που είχα δει στους Άτλαντες και μια μικρή φωτογραφία έδειχνε τα ιστία με το ήλεχτρο στις κορυφές τους και από τότε σε κάθε αιώρησή μου, ανάβουν μικρές πυρκαγιές, φωτίζονται οι καθρέφτες της ζωής μου, κοιτώ τα χέρια μου, ο υδράργυρος επιβιώνει σε κάθε κλίμα, σε κάθε δέρμα, έπειτα νεκρώνει κάθε τι γύρω, όλοι φωνάζουν να κρατήσω μακριά τα χέρια μου, να μην αφήσω άλλο από εκείνο το υλικό να τρέξει στα μάτια των ανθρώπων. Φωνάζεις και εσύ, όλο πανικό, μες σε μια αδικαιολόγητη ταραχή. Δεν με νοιάζεσαι και τα άκρα μου καίγονται, όπως τα ιστία του Σαν Τέλμο, εκείνης της πόλης που με συντρόφευε, ανώνυμη όταν όλοι έλειπαν και από κάθε πλευρά λάμβαναν καίριες θέσεις τοξότες και ειδικοί διαπραγματευτές. Δεν έχω τίποτα να δώσω ρε, φευγάτε! (Η γυναίκα καταρρέει. Παρεμβάλλεται παρατεταμένη σιωπή, η γυναίκα φωτίζεται ολόκληρη από τα τοπία των φωτογραφιών, γίνεται η ίδια μέρος του σκηνικού. Συνέρχεται. Μιλά.) Και άμα επέστρεφα αργά το βράδυ, έπεφτα στο ντιβάνι, πάνω σε κάτι σεντόνια με ιάμβους και μικρά άνθη και κοίταζα να δω μήπως φανούν τα πουλιά σε τούτα τα μέρη, μήπως φανεί λίγος ουρανός σε εκείνη τη σπουδαία πόλη. Και προσπαθούσα να μην αφεθώ στους σπασμούς που προκαλεί η λύπη και προσπαθούσα, -αλήθεια σου λέω, μην με κάνεις να ικετεύω-, να μην δείξω πως φοβάμαι εκείνο το θηρίο με τα τρυφερά τα μάτια που εξημερωνόταν μέρα τη μέρα και ζεσταινόταν κάτω στα πόδια μου, γρυλλίζοντας να μην λησμονήσω πως είναι εκεί, έτοιμο να κατασπαράξει ότι απέμεινε από μένα. (η γυναίκα δένει τα χέρια πάνω στο σώμα της, σαν να νοσταλγεί κάποιο συγκεκριμένο άγγιγμα.) Χαίδευα τους τοίχους, σαν τάχα να ήταν το σπίτι εκείνο ένας άνθρωπος και εγώ έτσι κοπιάζω να τον ευχαριστήσω που με υπομένει και με αφήνει να ζεσταθώ, να ζήσω. Άκουγα τις παρέες των αντρών που κατηφόριζαν προς το σταθμό και θυμόμουν τη Χαρούλα και τις άλλες και σκεφτόμουν που κατάφερα να σώσω κάτι από το κορμί και έπειτα έπεφτα στα γόνατα, σαν απελπισμένος και έκλαιγα μέχρι να αποκοιμηθώ, μέχρι να καταλήξω σε άγνωστες ηπείρους, να περιηγηθώ στα παράξενα νερά, κωπηλατώντας ήρεμα όπως συμβαίνει στα όνειρα και τους εφιάλτες. (Η γυναίκα γυρνά απότομα προς τους θεατές, απευθύνεται με ευθύτητα προς αυτούς, μιλά με έναν έντονο θυμό.) Εσύ δεν ξέρεις πως είναι να είναι το σπίτι άδειο από παρουσία, να είναι τα δάχτυλα σκληρά, κατάλληλα για το λαιμό σου, εσύ δεν ξέρεις, δεν έχεις φανταστεί τον ήχο από τα βήμματα της νύχτας όταν φτάσει και αρχίσει να κατασπαράζει ότι βρει από όνειρα και ανεπίδοτα εμπορεύματα. Εσύ δεν ξέρεις πώς πέφτει η Τροία κάθε βράδυ και έπειτα φαίνεται ο Ορέστης μες στο σπίτι και επειδή διστάζει για το φόνο και την ευθύνη βιάζει το σώμα σου με ένα πρόστυχο τρόπο, θλιβερό. Μήτε γνωρίζεις, εσύ, που πλάι στα πηγάδια και τις στέρνες υπάρχουν νεκροί και στέκονται και θρηνούν σαν σκυλιά, σαν ιεροφάντες την αποτρόπαια όψη των πραγμάτων. Εσένα μιλάω, ναι σε σένα με το σκονισμένο, το ναρκωτικό σου ύφος. (παρεμβάλλεται σιωπή, η γυναίκα συνεχίζει.) Και άμα έφευγα τα πρωινά και στεκόμουν σε μια στάση και κρύωνα πολύ γιατί οι χειμώνες σε τούτη την πόλη είναι δύσκολοι και επίμονοι, ευχόμουν να πεθάνω και γελούσα μονάχη μου που είχα ακόμα ένα τέτοιο θάρρος και νόμιζα πως μπορώ να απαιτώ μια λύτρωση, μια διέξοδο. Και έπειτα στριμωχτά ανάμεσα σε άλλα σώματα, το λεωφορείο έπαιρνε τη μεγάλη λεωφόρο και εγώ κάθε πρωί κοιτούσα να δω άν έχουν προχωρήσει οι επιδιορθώσεις των κτιρίων, αν απέμεινε ανοιχτό κάποιο κατάστημα, αν φέγγουν ακόμα εκείνες οι πολύχρωμες δικαιολογίες στις προσόψεις και καμιά φορά πάλι, σκεφτόμουν τι σόι επιδιορθώσεις είναι εκείνες που κρατούν μια ζωή, που μένουν οι οικοδομές έτσι γυμνές, σαν το σπίτι στο χωριό που είχε απέξω συνθήματα γραμμένα για τον πατέρα, μα μέσα κρατούσε ακόμα μια ζεστασιά παράξενη, σαν εκείνη που συναντάς σε ένα κέντρο εξοχικό της επαρχίας, όταν γυρεύεις να φυλαχτείς από μια αλλαγή απρόσμενη του καιρού ή από ένα απόγευμα επικίνδυνο, ετοιμοθάνατο και στέκεις εκεί, κοιτώντας τα οχήματα να αναπτύσσουν τις ιλλιγγιώδεις ταχύτητες και γύρω όλα δακρυσμένα, σαν πρόσωπα παιδικά, τιμωρημένα. (Η γυναίκα περιποιείται το χτένισμά της, πάντα καθιστή στην ίδια, ξύλινη καρέκλα. Οι κινήσεις της κομψές, φανερώνουν μια αποφασιστικότητα και μια ηρεμία παράξενη.) Μην με ρωτάς για τον πατέρα. Μην με ρωτάς για τις βασανιστικές λεπτομέρειες. Αν σταματώ να μιλώ τότε εσύ πρέπει να ξέρεις πως δεν επιτρέπονται άλλες λεπτομέρειες. Αν βλέπεις πως σε αποφεύγω, μάθε επιτέλους να το σέβεσαι! Μην με ρωτάς για τον πατέρα, για τίποτε μην με ρωτάς. (Η γυναίκα κρατά το πρόσωπό της σαν να κλαίει. Συνεχίζει, αγγίζοντας τα μαλλιά, το λαιμό της, μιλά.) Εκείνες οι γεννιές ήταν σκονισμένες, με μια καταδίκη φοβερή να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνες οι γεννιές, μωρέ ερωτεύονταν μες στις παρελάσεις, άκουγαν εμβατήρια στρατιωτικά και όλο πασχίζαν να στήσουν μια υπόθεση μεγάλη. Μα ήταν αρσενικά εκείνα τα χρόνια και οι ώρες, οι μέρες, τράφηκαν με στερήσεις και σιωπές και ο πατέρας δεν άντεξε, γονάτισε, υπέκυψε και άμα είπε να σταθεί ξανά στα πόδια του, οι ανθρωποφύλακες φρόντισαν να κάμουν το χρέος τους και τον πήραν ένα πρωί, μες σε μια τρομακτική βροχή και καθώς απομακρυνόταν μου φώναζε να μην φοβάμαι τους ανθρώπους και να ξεχάσω εκείνον, το πρωινό, τη βροχή, τα δύσκολα τα χρόνια να υπομείνω που θα έρθουν. Μην με ρωτάς για τον πατέρα, αιμοραγώ από τα μάτια, είναι δυο τεράστιες πληγές ετούτα τα μάτια, έχουν πάντα ένα φόντο κόκκινο, τραγικό και κουρασμένο, σαν αίμα. Θα έρθουν ρε μάνα;, ρώταγα και εκείνη δεν απάνταγε, μόνο με έσπρωχνε και με καταρριότανε που γεννήθηκε με τρύπια σκέλια, ανίκανα και εγώ έκλαιγα μες στο χώμα, κοιτώντας τα άκαμπτα μάτια της. Με τα δωμάτια, τις σκάλες τις γκρεμισμένες, τις σιδεριές στα παράθυρα, τις εισόδους, με τα τρωκτικά που ροκάνιζαν το στηριγμένο φως και φοβόμουν πως κάποτε θα πέσουν τα υποστυλώματα και θα σωριαστεί κάθε καινούρια ευκαιρία, κάθε παλιά νοσταλγία. Δεν έμεινα να μάθω, να δω τη συντριβή δεν έμεινα. Έφυγα νύχτα με τα βαγόνια τα εμπορικά και από όλα θυμάμαι μόνο τα βλέμματα τα αντρικά, που ήταν νυχτερινά και πρόστυχα και έτσι κατάλαβα πως τα τρύπια τα σκέλια είχαν μια κάποια αξία. Τώρα που ξέρω πως σώπασε η μάνα και όλο με γύρευε, πονάω, αλλά είναι τα σώματα σκιάχτρα γερά, να κρατάνε όλο το βάρος του καιρού, τα πουλιά να αντέχουν και το φόβο, είναι άξια τα σκιάχτρα με το φόβο και την απελπισία να μετρηθούν. Τα θυμάμαι, ακίνητα, με τα χέρια απλωμένα, χριστιανικά που στέκονταν στον κάμπο της Θήβας και ήταν όλο γέροι στους σταθμούς και έλεγαν πως τα παιδιά είχαν φύγει και δεν έγραφαν πια, μήτε έστελναν λεφτά. Μα είναι ανάγκη να ζήσουν και εκείνοι, έτσι ανήμποροι και πια δεν συλλογιόνται τα παιδιά τους, μόνο τα αφήνουν να κρεμιώνται πάνω στα σκονισμένα δέρματα και συνεχίζουν να οργώνουν τη γη, να μεθούν στα καφενεία, να μετρούν την ώρα με κάτι απίθανες συνθήκες, σύμφωνες με αποστάσεις και θλίψεις. Ταξίδεψα για ώρες πολλές και θυμάμαι, εκείνη τη γυναίκα, που είχε ένα μονάχα χέρι και μου έδειχνε τους άντρες με τα γυμνά τους σώματα να στέκουν πάνω στις πέτρες και με ορμήνευε να προσπερνώ εκείνους που στέκουν ακίνητοι επάνω στις πέτρες, γιατί τέτοιες είναι οι πλάτες και οι καρδιές τους και θα κοιτάξουν να συλλήσουν την τρυφερή αισθητική μου. (Η γυναίκα σταματά, μοιάζει να σκέφτεται.) Θυμάμαι αυτή τη λέξη, θολά, παράξενα, σαν όνομα φίλου παλιού που έχω χρόνια να δω, γιατί εκείνος έφυγε ή πέθανε και ο τάφος του είναι ένα από τα πολλα, άγνωστα σπίτια της πόλης. Αισθητική. (η γυναίκα συλλαβίζει τη λέξη, κοιτάζεται στον καθρέφτη.)Τι παράξενους ανθρώπους που συναντάς μες στα βαγόνια, μες στους σταθμούς, μες στα σπίτια τα βρώμικα, στα καφενεία που ανοίγουν κάθε πρωί και συνοστίζονται οι πρόσφυγες και καπνίζουν σιωπηλοί, σκεφτόμενοι που κατάγονται από το γένος της νύχτας και από τα κυπαρρίσια. Γιόμισε μωρέ ο τόπος με μαχαίρια όρθια, με γκρεμισμένα σπίτια και ενοίκους νεκρούς. Έτσι είναι στο λέω εγώ, που ανήκω ήδη στη φυλή των διωγμένων, των ανέγγιχτων και τώρα πια κουράστηκα να ζητώ ειδήσεις και ελπίδες ηλεκτρικές μες σε πλατείες με ανήσυχα παιδιά, με τραγικές ευκαιρίες, με φόνους και φριχτές συνήθειες.

Δεν την άκουσα εκείνη τη γυναίκα και έδεσα την ψυχή μου με ένα σιρίτι, με ένα σώμα αντρικό, υπέροχο και οδυνηρό. (Η γυναίκα σηκώνεται από την ξύλινη καρέκλα της. Περπατά. Μιλά με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Εμπρός της συνεχίζουν να προβάλλονται εικόνες από τις σκοτεινές περιοχές της Αθήνας. Άδειοι δρόμοι, σκιές ανθρώπων. Η γυναίκα μιλά.) Θα σου πω, μωρέ, γιατί να προτού φύγω θέλω να είναι τακτικοί και φροντισμένοι όλοι οι λογαριασμοί και οι μνήμες μου να έχουν ξοδευτεί. Να μην χρωστώ, μόνο στη μάνα, σε εκείνη να οφείλω, σε εκείνη να πρέπει να απολογηθώ που την πήραν, έτσι σαν σκυλί και την πετάξαν στο αυλάκι να σαπίσει, άχρηστος καρπός, να τη γυρέψουν τα αρπακτικά. Μην γελιέσαι, τα σκυλιά και τα άλλα τα άγρια, είναι πιο σπλαχνικά από τους ανθρώπους και γυρεύουν τα κουφάρια, να μην τα πάρει το νερό και ο καιρός. (η γυναίκα γελά με την ειρωνική της διαπίστωση. Μιλά.) Όταν φάνηκε εκείνος, -σε παρακαλώ, μην με διακόπτεις, άσε με να φωνάξω, μπας και γεμίσει η κραυγή μου με την παλιά, άγνωστη φωνή μου, σε παρακαλώ, πάψε να με κοιτάς έτσι, να με κρίνεις πάψε, μην κοιτάς άλλο, μην γέρνεις προς το μέρος μου, πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, δεν σε θέλω, ούτε εσένα, ούτε την ανάσα σου που είναι βρώμικη από τα χνώτα τα πρόστυχα, πάψε, να με ακούσεις, μην μιλάς!-,(στο σημείο αυτό η γυναίκα φέρεται με ένταση, το πρόσωπό της έχει μια θυμωμένη όψη, η φωνή της υψώνεται, είναι φανερό πως πρόκειται για κάποια κρίση ή για κάποια αλήθεια. Έπειτα χαμηλώνει τον τόνο της φωνής, επανέρχεται στην αρχική της, ήμερη έκφραση, κοιτά το είδωλό της.) Όταν φάνηκε εκείνος, είχε αδειάσει η φιάλη με το υγραέριο και είχε κρυώσει το σπίτι από το χειμώνα και από την αππουσία. Ξέρεις, όχι δεν ξέρεις εσύ, δεν θα μπορούσες να γνωρίζεις πώς είναι όταν στερεύει το γκάζι και τελειώνει το απόγευμα, όταν το ραδιόφωνο προσπαθεί να εκμπέμψει το σήμα του κινδύνου και στους διαδρόμους περνούν σκιές από παλιούς εραστές, θειάδες, πεθαμένους αδελφούς. Και εκείνο το τραγούδι που θυμάσαι ξαφνικά και έπειτα κομπιάζεις. Δεν είναι που λησμόνησες τα λόγια, είναι που εξαντλήθηκαν όλα τα νοήματα και όλοι οι στίχοι έχουν ακουμπήσει σαν βαμμένα παράθυρα πάνω στο τσιμέντο και μια γυναίκα που βρέχει την αυλή, διατηρεί μες στη δροσιά την παράδοξη σιωπή της. Θα σου μιλήσω σε δεύτερο πρόσωπο, ενικό, σαν να είσαι εδώ, σαν να μπορώ να σε ακουμπήσω, να μυρίσω το παλτό σου που είναι ποτισμένο βενζίνη και πλαστικό καμμένο από τις πορείες και τα επεισόδια, τα καμμένα ελαστικά στη γωνιά της Ιουλιανού, εκεί που σηκώνονται τώρα φανταχτερά κτίσματα και απέξω όταν κλείνουν οι κυλιόμενες σκάλες, μαζεύονται οι πουτάνες, η Χαρούλα, οι άλλες και φωνάζουν ανάμεσα σε αυτοκίνητα και μαρσαρίσματα Σαββάτου, τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα γρήγορα πράγματα, οι σύντομες πράξεις, οι ερωτικές συνευρέσεις μες στα βενζινάδικα, καβάλα στα σπασμένα τα πεζοδρόμια απέξω από τράπεζες στη Σόλωνος με τα συνθήματα που στάζουν μέχρι κάτω στα ρείθρα. Έτσι θα σου μιλήσω, σε δεύτερο πρόσωπο, ενικό. Σου είπα τις βαρέθηκα τις οφειλές και εγώ, δεν δέχτηκα ποτέ να έχω χρωστούμενα σε εκείνους τους άγριους άντρες που σε κοιτάνε καλά καλά πίσω από τα καφάσια και αγγίζουν τα μέλη τους. Νομίζουν πως έτσι θα μας ρίξουν και εμείς σαν μωρά, με ανοιχτά, πεινασμένα στόματα θα σταθούμε από κάτω τους και θα βογγήξουμε, θα σηκωθούμε, θα σκουπίσουμε τα σάλια, τα άλλα τα υλικά των εξωθήσεων, θα μαζέψουμε τα ρούχα, θα κλείσουμε καλά τους φωταγωγούς με τις οσμές από τα φαγητά των μεταναστών, θα κοιμηθούμε με τα πόδια μαζεμένα, σαν δεμένοι, σαν να ασφυκτιούμε και να φοβόμαστε. Δεν φοβάμαι ρε, για αυτό θα σου μιλήσω τώρα. Και μάλιστα σε δεύτερο, ενικό πρόσωπο, στείρο. Στάθηκες δίπλα μου στη στάση. Και εγώ ζεστάθηκα, ακούς! Γέλασες και ακούμπησες ακόμα περισσότερο και εγώ τινάχτηκα από τρόμο, γιατί νόμιζα πως θα βγάλεις δυο χιλιάρικα, θα τα βάλεις στις τσέπες μου, θα γελάσεις, με το χρυσό σου δόντι που είναι έτοιμο να δαγκώσει τις θηλές μου, έπειτα θα φύγεις διακριτικά και εγώ θα καπνίσω στην άκρη, στο παράθυρο και μια γυναίκα, μόνη απέναντι θα με κοιτάξει ξανά και δεν θα μιλήσει, δεν θα με αποκαλέσει έτσι όπως συνηθίζουν οι γριές, μόνο θα με περιεργαστεί έκπληκτη για αυτήν την ομοιότητά μας. Κερνάς καφέ, τσιγάρο, με περιμένεις να γυρίσω από τη δουλειά, φοράς τη στολή, με το χρυσό σιρίτι, τις αρβύλες, μαύρες, σαν νύχτα, με αφήνεις έξω από το σπίτι αργά το βράδυ, πριν φανούν τα άσπρα σκυλιά και τελειώσει η δική μας ησυχία. Η τελετή επαναλαμβάνεται τακτικά κάθε Τετάρτη, στα ρεπό, έπειτα χάνεσαι γιατί είναι λίγες οι άδειες και εγώ επιστρέφω πάλι στο σπίτι, η φλόγα έχει σωθεί, κάνει κρύο, μυρίζει αμμωνία, κάποιοι φιλιούνται κάτω από τα δέντρα, αγγίζουν τα σώματά τους και εσύ κάποτε θα φανείς με τη μηχανή σου, ωραίος, ως κούκλα ανδρική σε καταστήματα της Αιόλου και άλλων δρόμων, πιο ταπεινών, λιγότερο πολυσύχναστων, λιγότερο φωτισμένων. Στα λέω όλα αυτά για να, ζεστάθηκα κάπως και τώρα το κρύο έχει ακόμα πιο άγρια δόντια, πιο αιχμηρά, ζεστάθηκα ύστερα από τόσους χειμώνες. (Η γυναίκα κοιτά το χώρο, σαν να παρακολουθεί τη σκηνή που περιγράφει.) Μπαίνεις στο σπίτι, σβήνεις τσιγάρα στα πατώματα, μου κάνεις έρωτα σε στάση προσοχής, με παραγγέλματα, ύστερα με αφήνεις, ακούγονται οι αναμεταδόσεις από της Κυριακής τα κατάμεστα γήπεδα, οι ηλεχτρικές ειδήσεις ακούγονται από το ηχείο ενός τρανζίστορ, με πλησιάζεις, γυμνός, όλο επιθυμία, με κρατάς σφιχτά με τα χέρια σου. Σβήνεις το φως, κοιμάσαι σε μια στάση αδιαφορίας, η νύχτα πέρασε, πάει, σαν αρρώστια, φεύγεις, φεύγω και εγώ μαζί σου και τώρα μου έχεις κάνει ένα παράξενο κακό και κάθε που στέκω, περιμένοντας τα νυχτερινά λεωφορεία, γυρεύω ένα άγγιγμα, μια αίσθηση γνωστού ανθρώπου. (Η γυναίκα αγκαλιάζεται με τα χέρια της, σαν να της λείπει η αίσθηση που περιγράφει. Κλαίει. Δίχως σπασμούς, δίχως θόρυβο. Απλά κλαίει και έπειτα μιλά.) Ντυνόμουν με στρας και μεγάλους κρίκους, πειρατικούς, τα ψηλά, μαύρα τακούνια της Χαρούλας, έπαιρνα πόζες θυληκές, με κράταγες σφιχτά από το χέρι, μπάιναμε στο μαγαζί, μιλούσες με παράξενα παιδιά, που είχαν δάχτυλα κιτρινισμένα από τα τσιγάρα, ύστερα ακούγονταν τραγούδια αστικά, σηκώνονταν οι κυρίες, ξέδιναν, ύψωναν τα χέρια ψηλά, σαν μια παράξενη τελετή, άστραφταν τα φώτα, κίτρινα, κόκκινα, πράσινα σκούρα, επαναλαμβανόμενα. Έπινες, με τραβολόγαγες κάτω στις σκάλες, με έπαιρνες βιαστικά, άφηνες γογγυσμούς σκλάβων, έπειτα με χτύπαγες δυνατά στο πρόσωπο, έβαζα στάχτη πάνω στα σημάδια, γιατί η στάχτη, ξέρεις, είναι το βασικό υλικό της λήθης. Λευκός μουσαμάς, ποτήρια από δήθεν ακριβό γυαλί, μα μήτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να δεις εκεί μέσα, τα ποτά με το χρώμα του βύσσινου, οι ψάθινες καρέκλες του γύφτου, τα σχοινιά σπάνε αργά, τα νιώθεις που γδέρνουν τα πόδια σου ψηλά και έπειτα γεμίζεις σημάδια κόκκινα, βαθιά, σαν γραμμές χεριών, ανάγλυφες. (Η γυναίκα κοιτά τα χέρια της.) Βγαίναμε πρωί, χάραμα, η καμμένη στέγη, η πινακίδα με τα πρόσωπα του θεάματος, ψεύτικοι τοίχοι και πρόχειρες ηχομονώσεις, ένας ήχος διαπεραστικός μες στο μυαλό, σαν σφαίρα να ανεβάζει στροφές, να σε σκάβει. Και έπειτα καθημερινές, μέρες αργίας, ελεγχόμενης ανεργίας, η ίδια έλλειψη στις στάσεις των μέσων της μεταφοράς, το πρόσωπο της Χαρούλας, ο δικός μου ο «Ανέστης», οι καθισμένοι άνθρωποι των αγορών, τα ίδια πρόσωπα που σπεύδουν στα γραφεία ευρέσεως εργασίας, στα δημοτολόγια, έπειτα αποσύρονται σε κάτι μικρές οδούς, ακούνε τραγούδια ξαπλωμένοι στα χαλιά, αργά γυρνούν και οι άλλοι, μυρίζουν κονιάκ, μυρίζουν άλλα σώματα, άγνωστα, τα καφενεία κλείνουν, ένας γέρος κάθεται εμπρός στο τζάμι, ένα τεράστιο κάδρο, γρήγορος ο ίσκιος των πουλιών, γρήγορες οι ελπίδες αυτοκτονούν, πέφτουν πάνω στις ράγες, πάνω στις φλέβες του δρόμου, κόβουν λάσπη οι εραστές, (η γυναίκα φωνάζει, όλο ένταση) –οι εραστές!-, γυρεύουν ναρκωτικά οι πιο νέοι, οι μανάδες χτυπάνε τα παιδιά, όλοι κοιτούν χαμηλά. Πάνω ψηλά είναι η προοπτική, κοίτα ψηλά μωρέ, πιο ψηλά, ρήμαξαν τα χαμηλά τα σχέδια, τα χαμηλά τα σπίτια ρήμαξαν. Τέλειωσαν οι γλύκες, σώθηκαν οι ξαφνικές συζητήσεις και εγώ που είπα να μιλήσω στη μάνα μου, έστω και τώρα, πάλι παρασύρθηκα και επέλεξα το σιχαμένο, το δεύτερο, ενικό σου πρόσωπο. Διαβάζεις τον κόσμο μονάχα με αντωνυμίες και είναι οι άνθρωποι και τα πράγματα δικά σου, τα προσδιορίζεις, έπειτα πετάς κάτω, σπας το ποτήρι, με βουτάς από τα μαλλιά που αντιμίλησα και όλα τα στρας ένα ένα πέφτουν κάτω, στο μωσαϊκό, δεν προλαβαίνω να κάνω καμιά ευχή πια. Οι φωταγωγημένες μέρες πέρασαν, το γκρεμιστικό το πάθος τέλειωσε, τα χρώματα έχουν μια αίσθηση πανικού. Ιδιαίτερα εκείνο το κόκκινο που στάζει από τα χείλη μου, πέφτει πάνω στα μαύρα τακούνια, αφήνει λεκέδες, έτσι που με έκανες αποφάσισα να μην ξανασκύψω πάλι εμπρός σου, ακούς! Δεν ξανασκύβω ρε! (η γυναίκα κλαίει, μιλά). Τώρα χορεύω μες στα ίδια μαγαζιά, λικνίζομαι στο ρυθμό σου, στο ρυθμό που προτιμάς και πάντα πονάει. Για να ξέρεις, δεν διατηρώ καμιά επιφύλαξη για τους άσεμνους σκοπούς μου. (η γυναίκα στέκει προσοχή, μιλά αποφασιστικά) Θα τραγουδάω για εκείνο τον τύπο με το κρυμμένο σουγιά, με το πακέτο τα τσιγάρα μες στο τσεπάκι του πουκάμισου, με τα άσχημα χέρια που δεν άγγιξαν ποτέ τίποτα καλό. Θα τραγουδήσω για εκείνη την ξιπασμένη που σε φλερτάρει έτσι απροκάλυπτα και δεν ξέρει πως είναι τα άκρα σου κάτι απαίσια αντικείμενα, θεριστικά. Σε τούτη την ήπειρο δεν ακούγεται η φωνή σου, αντηχήσεις και μικροφωνισμοί μονάχα επιζούν, καθώς προχωρώ προς το ρεφραίν, με την προβλέψιμη ομοιοκαταληξία. Και γελάω (η γυναίκα γελά, δυνατά, παρατεταμένα), που εσύ γερνάς πάνω στις σπασμένες καρέκλες και από τα σιρίτια της στολής σου έμειναν μόνο κάτι μισοσβησμένες αναμνήσεις και όλο σου το σώμα τώρα σκορπάει πάνω στους μουσαμάδες, ιδρωμένο σαν πεθαμένος Αύγουστο μήνα και όλος ο τόπος να βρωμάει σάρκα, παλιά και περιττή. Όλοι στρέφουν τα πρόσωπα να μην δουν άλλο την όψη της σιωπής και της κατάντιας. Και εγώ γελάω, με τα στρας μου που τα μάζεψα όλα, σαν μαύρο σπόρο από πίστες και τα κάρφωσα πάνω μου, όχι στα ρούχα, αλλά στις πληγές που μου άφησες ρε και όλο τραγουδάω κάτι ξενύχτικα τραγούδια που μιλάνε για ουρανούς και τελευταίες, ανθρώπινες νύχτες. Δεν μου είπες ρε μάνα, πως είναι καλύτερα να έχει σωθεί η φλόγα και εσύ να κρυώνεις και το καλοκαρί να έρχεται κουρασμένο πέρα από τις γειτονιές του Απρίλη και να είσαι περήφανη που δεν δαπάνησες τίποτα από τη δική σου τη φωτιά για να ζεσταθείς, για να θρέψεις ένα στόμα, άχρηστο έτσι που σάπισε και όλο άγρια ζώα το γυροφέρνουν, ύαινες και λέξεις εκφυλισμένες που δεν θυμάται πια κανείς τη σημασία τους. Τράβα ρε, σπάσε από εδώ, δεν τραγουδάω για σένα και να ξέρεις πως τώρα αντέχω τα χέρια σου με τα δαχτυλίδια που με χτυπάνε κάτω από το νεύρο του ματιού. (Η γυναίκα ξεβάφεται πρόχειρα, αφήνει τις μπογιές να βάψουν το πρόσωπο, λύνει τα μαλλιά της και τα αφήνει άγρια, γελά, κλαίει μαζί, μοιάζει δοσμένη στην παραφροσύνη μιας ζωής αποτυχημένης. Πλησιάζει τον καθρέφτη, αργά, τώρα πια είναι σοβαρή. Μιλά.) Άκου, εγώ δεν έχω πρόβλημα, έμαθα και μπορώ να σε κουβαλάω μέσα μου και εσένα και τη μάνα και τους ξενύχτηδες, τα παιδιά που σέρνονται στα Χαφτεία, σακατεμένα, γυμνά να μην τα αντέχουν μήτε τα ρούχα τους. Άκου, εγώ δεν έχω πρόβλημα να σου τραγουδάω και να σε βλέπω να ξεψυχάς με ψυχοτρόπες και εσύ να κοιμίζεις τα φίδια σαν χειμώνες μες στις ραμμένες τσέπες σου και τα χρυσόψαρα να κολυμπούν γύρω και όλα να αποκτούν μια απόχρωση μπλε κοβαλτίου, πρωινή. Μην νομίζεις πως σε ξέχασα, αλλά να, δεν φτουράς πια, έτσι μισός που έμεινες και θα σε πνίξω ένα βράδυ με το σιρίτι από τη στολή σου να ξεμπερδεύω μαζί σου και με τους άλλους που σου μοιάζουν και στρώνουν τα παντελόνια καλά πάνω τους, καθώς σηκώνονται να φύγουν με την γκόμενα την ταλαιπωρημένη. Πάντα με πληρωμένο αγοραίο, χρώματος μεταλλικού, σπάνιου. Έδρα «Μαντίνεια» γράφει στο αμάξωμα και όλο γκάζι στο δρόμο, χαμηλά φώτα, εσύ καπνίζεις το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και δεν σε θυμάται κανείς, γιατί έχεις ένα πρόσωπο γυάλινο, ηλεκτρικό που ανάβει με την ένδειξη «Θάνατος» και θα σε κάνω πέρα και εσένα και ότι απέμεινε από δαύτη με το άλικο βάμμα στα χείλη. Να ξέρεις τα δαγκώνω δυνατά και ύστερα φτύνω με δύναμη να σε πετάξω όλο, να μην μείνει ρε τίποτα από σένα.

Φεύγα! Μακριά! Να μην σε βλέπω! Ούτε στη μάνα μου δεν μπορώ να μιλήσω πια και η Χαρούλα έχει λιώσει πια τόσα χρόνια μες στο ήρεμο χώμα. Φεύγα, μακριά! Μην σε ξαναδώ ποτέ γύρω γιατί θα σε χαρακώσω με τα νύχια μου και μην νομίζεις πως γελάω ή κοροίδεύω γιατί ήδη τα νύχια μου έχουν στις άκρες ένα στρώμα δέρμα, ξένο, όχι δικό μου, αυτό εννοώ, πως ότι δέρμα έχω δεν είναι δικό μου. Αλλά ούτε και δικό σου. Φεύγα! Θα φωνάξω δυνατά, οι θαμώνες θα μαζευτούν, θα σε σύρουν έξω, οι δημοσιογράφοι θα τραβήξουν καμμένες φωτογραφίες, πανοραμικές της δυστυχίας σου και θα μιλούν όλοι την Τετάρτη, που μας έρχεται για τα αποτρόπαια εγκλήματά σου, όλοι, ακόμα και εκείνοι οι εργάτες που περνούν εδώ και χρόνια κάτω από το σπίτι μου, καταδίκη και βήμμα αργό, πεθαμένων αγοριών. Σήκω φύγε ρε από το μαγαζί! Εδώ έχει ναυάγια και εσύ ποιος είσαι που θα έρθεις να ταράξεις την ηρεμία των νεκρών. Φεύγα, τώρα, αύριο, όποτε σου κάνει κέφι, αλλά να μην σε ξαναδώ με τους αγκώνες να κρατάνε την απελπισία σου, άκουσες!, να μην σε ξαναανταμώσω. Κουμάντο εδώ, κάνω εγώ, βεντέτα με νύχια πλαστικά, νυφιάτικα. Έχω μαζέψει και τα πράγματά σου. Μες στις βαλίτσες έχω κρύψει και το περίστροφό σου, μήπως και σου φανεί χρήσιμο και πάψεις να μας ενοχλείς. Εσώρουχα, πουκάμισα άσπρα, άλλες αμαρτίες ποικίλων χρωμάτων, όλα τα έχω στοιβάξει πρόχειρα μες στις τσάντες. Πάρτες και φύγε. Εγώ δοκίμασα να δώσω ένα τέλος. Πήγα, τραβήχτηκα σε όλα τα μέρη τα σκοτεινά, στα παροπλισμένα λιμάνια πήγα, έφτιαξα κήπους και φωτιστικά από αγχόνη, τραβήχτηκα ρε, προς όλες τις κατευθύνσεις. Άκου, απόψε υπέκυψα, αλήθεια! Βγήκα, ντυμένη σε φόρμα επίσημη, κοσμική και πήγα και περπάτησα ανάμεσα στα παιδιά που φαντάζουν άγια, έτσι όπως γδύνονται πίσω από τις μάντρες και έρχονται σιδηρουργοί, νεαροί και τους παίρνουν μες σε συνεργεία και αποθήκες υλικών οικοδομικών. Και δεν δίστασα, κατέβηκα προς τα μυστήρια, μίλησα με γεφυρισμούς, σε διαλέκτους ακαθόριστες, ανερμήνευτες και δοκίμασα πάνω μου όλα τα ονόματα που φέρει η αναπηρία των ανθρώπων. Προσπέρασα κάτι ακατόρθωτες περιπτώσεις, δεν μίλησα, δεν αποκρίθηκα στα σφυρίγματα, στα άσχημα λόγια των δικών σου δεν αποκρίθηκα, μόνο περπάτησα προς το Πέραμα, ακολούθησα το δρόμο για την Ιχθυόσκαλα, έτσι ντυμένη αμπιγιέ με μπόλικο ιώδιο στις παριές και κάτω από τα βλέφαρα. Και στάθηκα πάνω από τα βράχια με τις φαγωμένες τις πλάτες και πριν συντριβώ, άκουσα βήμματα και είδα πίσω μου να σέρνω θάνατο. Και μαράθηκα. Και έτσι γύρισα για να συνεχίσω να εκτελώ τα παράτολμα ακροβατικά μου, τώρα που συνήθισα πως λείπεις. Για αυτό σου λέω πριν σου μιλήσω το σκέφτηκα καλά. Και πέθανα αρκετά. Φεύγα τώρα, τελειώσαμε. (Η γυναίκα περπατά προς το βάθος της σκηνής.) Βγαίνω στα φώτα. Έτσι, νεκρή και όμορφη. Με τη χαρακτηριστική μυρωδιά σου πιο ζωντανή από ποτέ. Πάψε! Φύγε! Σε τούτο το σώμα δεν έχεις πια καμιά δουλειά.

(Η γυναίκα ηρεμεί. Ψηλαφίζει τον εαυτό της με αργές κινήσεις, σβήνει το φως του καθρέφτη. Στη σκηνή σκοτάδι. Παρουσιάζονται αρνητικά γυναικείων μορφών, στην ίδια θέση που ήταν εκείνη, αρνητικά με ποικίλους χρωματισμούς. Τούτο συμβαίνει για διάστημα αρκετό. Ξαφνικά σκοτάδι και τίποτε. )

ΤΕΛΟΣ