Ο ΧΟΡΕΥΤΗΣ (ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ) Εκτύπωση
Κυριακή, 14 Οκτώβριος 2012 16:01

Ο  ΧΟΡΕΥΤΗΣ

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

 

Περί του έργου

Χρόνος δράσης: μια μέρα. Η τελευταία μέρα της ζωής του Γιόχαν.

Μοναδικό πρόσωπο ο Γιόχαν, πρώην χορευτής και νυν καθηγητής μουσικής. (Τα πρόσωπα, ενδεχομένως, αυξάνονται αριθμητικά αν σκηνοθετικά προτιμηθεί η β΄επιλογή της εισόδου ηθοποιών)

Υπάρχει η δυνατότητα τεσσάρων επιλογών αναφορικά με τους διαλόγους (μονολογικές στιχομυθίες) που εμπεριέχει ο μονόλογος :

α) ακούγονται,

β) εμφανίζονται στη συγκεκριμένη στιγμή ηθοποιοί που τους παίζουν,

γ) ο ήρωας του έργου τους παίζει μόνος του και

δ) με συνδυασμό των παραπάνω δυνατοτήτων.

Σημείωση: ως προοπτική της β΄επιλογής προκύπτουν δύο περιπτώσεις. Α) δημιουργείται η ανάλογη ατμόσφαιρα που ορίζεται από το κείμενο (π.χ. Η σκηνή του καμπαρέ, η σκηνή στο γραφείο του Franz κ.λ.π) με σκηνογραφικές ή άλλες παρεμβάσεις και ο Γιόχαν θεάται τη δράση. Β) Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι σκηνές αυτές «κατεβαίνει» στην πλατεία, δηλ. οι θεατές, στη σκηνή του καμπαρέ λόγου χάρη, απαρτίζουν τους θαμώνες του κέντρου διασκέδασης και η δράση αναπτύσσεται γύρω τους. Επίσης, τόσο στην περίπτωση της εισόδου ηθοποιών όσο και στην περίπτωση που απλά ακούγονται, τα λόγια τους θα πρέπει να σβήνουν αργά προς το τέλος της σκηνής τους και πριν τελειώσουν θα συνεχίζει, σε κανονικό τόνο φωνής, ο Γιόχαν την αφήγησή του (με άλλα λόγια να συντελείται ένα φωνητικό, σε μίξη, Fade in - Fade out).

 

Η φύση του έργου απαιτεί η πλατεία του θεάτρου να αποτελείται από τραπεζάκια (αντί θέσεων) με φώς (κεριών ή ηλεκτρικό), να προσφέρεται ποτό και οι θεατές να έχουν τη δυνατότητα να καπνίζουν. Αν αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε μπορεί, ευκολότατα, να δημιουργηθεί ένα κενό δύο-τριών θέσεων ανάμεσα στα καθίσματα της πλατείας, ώστε να επιτελέσει τις καθόδους του εκεί ο ήρωας.

Ευκταίο είναι, κατά την είσοδο των θεατών στο θέατρο και υπό τη συνοδεία της εισαγωγικής μουσικής, να δημιουργείται η ατμόσφαιρα πως οι θεατές εισέρχονται (για επίσκεψη) στο σπίτι ενός οικείου τους προσώπου. Να δημιουργείται μια έντονη οικειότητα που, ταυτόχρονα, θα στηρίζεται σ΄ένα μαεστρικά δοσμένο αίσθημα απόστασης. Η αντινομία αυτή πρέπει να διαφυλάττεται ως κόρη οφθαλμού. Επίσης, κατά την είσοδό τους στο χώρο του θεάτρου και πριν αρχίσει η παράσταση, ακούγεται η μουσική του Duke Ellington The Mooche (κυρίως) και (λιγότερο) Caravan. Επίσης η διασκευή του Caravan από τον Bill Haley καθώς και τα Harlem Nocturne, Shake Rattle and Roll, Whole lotta shakingoinon απ΄τον ίδιο. Παράλληλα, απαραίτητο είναι να ακούγεται μαζί με τη εισαγωγική αυτή μουσική, η μουσική του συνθέτη για το έργο. Είναι σημαντικό τα φώτα της πλατείας, κατά την είσοδο των θεατών, να είναι αμυδρότατα, ει δυνατόν να κυριαρχεί περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, ενόσω ακούγεται η μουσική μέχρι την έναρξη. Ακόμη, να προτείνεται η αγορά (έναντι ελάχιστου αντιτίμου) μιας μάσκας μαζί με το εισιτήριο. Τη μάσκα έχουν τη δυνατότητα να τη φορούν οι θεατές σ΄οποιοδήποτε σημείο της παράστασης επιλέξουν εκείνοι, άσχετα με το σημείο που ο Γιόχαν θα κάνει λόγο γι αυτό. Τέλος, επιθυμητό είναι, χωρίς όμως να παρεμποδίζεται η ροή του έργου, ούτε ο θεατρικός χώρος να χάνει το συγκεκριμένο χαρακτήρα που έχει, να υπάρχει η δυνατότητα να παραγγέλνουν οι θεατές κατά τη διάρκεια του έργου, όπως π.χ. θα ήταν ταιριαστό να συμβεί στη σκηνή του καμπαρέ. Ομως, προσοχή ! Η φύση του θεατρικού χώρου να παραμείνει αλώβητη. Δεν κάνω καμπαρέ.  

 

Χωρίς την παραμικρή δέσμευση, προτείνεται το εξώφυλλο του προγράμματος να βασίζεται στις ζωγραφιές του Marcellus Schiffer.

Για ένα τύπο φωτογραφικού λευκώματος του Γιόχαν ας συμβουλευθεί κανείς τη σελίδα 38 (Herbst 2004) του καταλόγου των εκδόσεων Nicolai.

 

Ο εκάστοτε συνθέτης παντρεύεται το έργο μόνο για το χρονικό διάστημα που θα διαρκούν οι παραστάσεις. Το έργο παραμένει ανοιχτό (για περαιτέρω απόπειρες προσέγγισης), ελεύθερο και άγαμο.

 

Αμέσως μετά το τέλος του έργου να ακούγεται - κατά την έξοδο των θεατών - η μουσική του Kurt Weill «Die Moritat von Mackie Messer» από το έργο «Die Dreigroschenoper» στην γερμανοαγγλική εκδοχή του Turk Murphy και του Louis Armstrong and His All-Stars. Ωστόσο, ευχής έργο θα ήταν, οι θεατές να παραμένουν στο χώρο του θεάτρου γιά ένα ποτό. Αν αυτό προκύψει, προτείνεται, χωρίς αυτό νά΄ναι διόλου δεσμευτικό, να ακούγεται παράλληλα με τη μουσική του συνθέτη για το έργο, η εξής μουσική : 

1) Jonny,Friedrich Hollaender

2) Eine Zigarette lang,Rudolf Nelson

3) Der rote Faden, Friedrich Hollaender

4) Ich bin von Kopf  bis Fuss auf Liebe eingestellt, Rudolf Nelson

5) Der Harem vom Kurfürstendamm,

6) Ich will Sie küssen, wenn Sie es verlangen,

7) Die Dame von der alten Schule,

8) Wenn du meine Tante siehst,

9) Mischa Spoliansky Sehnsucht,

10) Morphium

 

Τέλος, το έργο είναι ανοιχτό σε κάθε είδους εμπλουτισμό, τροποποίηση ή και παραμόρφωση. Η αυτοθυσιαστική αυθαιρεσία είναι για μένα μια προτροπή και μια ευχή ισοδύναμη με την απόλυτη και θαρραλέα, σχεσιακά, δημιουργική πιστότητα στο αρχικό όραμα του γράφοντος.

 

 

(Δυτική ακτή. Ρίτσμοντ, Βιρτζίνια ΗΠΑ. 1955. Σπίτι δύο δωματίων. Στο κέντρο, μια πόρτα κλειστή που οδηγεί στην κουζίνα. Βλέπουμε το καθιστικό, που ταυτόχρονα είναι και χώρος εργασίας του Γιόχαν. Χώρος μικρός, γεμάτος ετερόκλητα αντικείμενα. Το μικρό, ξύλινο γραφειάκι του, γεμάτο αντικείμενα και χαρτιά, χωμένο στην αριστερή γωνία του δωματίου. Πάνω στο γραφείο διακρίνεται καθαρά μια φωτογραφία από την εποχή του καμπαρέ με άνδρες και γυναίκες που φορούν μάσκες. Ακριβώς πίσω απ΄το γραφείο ένας καλόγερος που πάνω του βλέπουμε δύο καπέλα, δύο γραβάτες κι ένα πουκάμισο. Στα δεξιά της σκηνής υπάρχει ένα κλειστό παράθυρο με κουρτίνα. Μια μικρή βιβλιοθήκη, στα ράφια της οποίας εκτός από βιβλία διακρίνονται και ποτά (ουίσκι, βότκα, τζιν, κρασί, ρούμι) καθώς κι ένα εξαιρετικά καλαίσθητο κουτί με σβούρες. Στο χώρο υπάρχει ένας καθρέφτης, ένα βάζο δαπέδου, ένα παλιό ρολόι τοίχου, ένα πικ-απ της δεκαετίας του 50, δίσκοι γραμμοφώνου, ένα παλιό γραμμόφωνο (οικογενειακό κειμήλιο) και, κοντά στους δίσκους του γραμμοφώνου, ένα νευρόσπαστο. Φωτογραφίες και διαφημιστικές αφίσες από τις μέρες της καλλιτεχνικής του ακμής στο χορό, σκεπάζουν τους τοίχους (δηλ. τους τοίχους της πλατείας του θεάτρου). Οικογενειακά αντικείμενα αξίας, όπως το κινέζικο σερβίτσιο του τσαγιού, πλάι-πλάι με αντικείμενα ευτελούς αξίας. Τα περισσότερα στολίζουν άκομψα το χώρο ή βρίσκονται, απλώς, ριγμένα στο πάτωμα. Ο ίδιος, καλοβαλμένος και γοητευτικός, φορά ακριβά ρούχα της εποχής. Εισέρχεται στο χώρο από το άλλο δωμάτιο (κουζίνα) και κατευθύνεται στο γραφείο. Ηπια αγέρωχος και ήρεμα στητός. Στο βλέμμα κάτι απόμακρα προσιτό. Κάθεται στο γραφείο και ανάβει το φως (αν είναι δυνατόν, τότε να ανάβουν και τα φώτα στα τραπέζια της πλατείας, άν όχι να υπάρχει στο πρόγραμμα η προτροπή να ανάψουν τα κεριά τους -αν προτιμηθούν τα κεριά απ΄τη λύση των μικρών λαμπατέρ της δεκαετίας του ’20- με την είσοδο του Γιόχαν στο γραφείο ή ακόμη να του δίνουν αυτοί φως στο γραφείο, ανάβοντας πρώτοι τα κεριά τους). Διορθώνει μουσικά γραπτά των μαθητών του στο σαξόφωνο.

Βράδυ.

Περασμένα μεσάνυχτα.)

 

(Σιγοτραγουδά στίχους από το τραγούδι του, διορθώνοντας παράλληλα τις παρτιτούρες των μαθητών του)

Auf dem Weg Sehnsucht zu treffen

Keine Fahrkarte

nimmermehr

(Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται αρκετές φορές)

Στοιχηματίζω πως ο κόσμος δεν θα πάθει απολύτως τίποτα, αν αντί για φα ακουστεί φα δίεση.

Από μένα πάντως, άριστα μικρέ.

Τώρα, τι θα πει η μουσική…

Σκο-τι-στή-κα-με

(Παίρνει άλλη παρτιτούρα) John, αγόρι μου, ο προσαγωγέας τρελλαίνεται να καμακιάζει την τονική. Ε, τώρα, αν γυροφέρνει και καμιά άλλη, δε χάθηκε κι ο κόσμος.

Όπως και να το κάνουμε, η περιπλάνηση έχει αξία…

(Σιγοτραγουδά με ρωμαλέο σαρκασμό) Wanderungen und Umzuge…

(Το παλιό ρολόι τοίχου χτυπά μία η ώρα. Σηκώνει αργά και κάπως αδιάφορα το κεφάλι από τις παρτιτούρες) Λοιπόν, δεν πίστευα ποτέ πως ο καρκίνος είναι τόσο ακριβής στην ώρα του. Δεν μένεις μπουκάλα ποτέ. Αληθινός gentleman, Herr Krebs.

(Ετοιμάζοντας την ένεση μορφίνης που έχει πάνω στο γραφείο) Hans, ώρα για τη γυμναστική σου, αγόρι μου.

Πάνω απ΄όλα ο χορός.

Και βαθύυυ (μπήγοντας την ένεση μορφίνης) πλιέ.

Ωραιότατα !

Και τώρα, επίδοξοι Μότσαρτ και Ντιούκ ΄Ελλινγκτον, ο κύριος καθηγητής κου-ρά-στη-κε.

(Κάπως βαρύθυμα, ωστόσο ρωμαλέα) Ανάγκη να αποσυρθεί.

(Σηκώνεται από το γραφείο και βηματίζει λίγο στο χώρο)

Οι διορθώσεις… (παίρνοντας στα χέρια τις παρτιτούρες και κοιτώντας τες με την άκρη του ματιού)

Τι αμηχανία !

Κάποτε.

Ασε που δεν βγάζουν πουθενά

…τους καλλιτέχνες.

(Αφήνει τις παρτιτούρες πάνω στην πολυθρόνα)

Τον ασυμμάζευτο έχουμε΄δω μέσα.

(Παύση)

Και πότε ήταν διαφορετικά ;

(Ελάχιστη παύση)

Το σαξόφωνο ας πιάσει μια γωνιά.

Φρουρός στην άλλη, τούτη η βαλίτσα.

Απαραίτητο εφόδιο μιας διασημότητας.

Η βιβλιοθήκη έγινε, νομίζω, για τα βιβλία.

Εδώ λοιπόν εσείς.

Και τα συρτάρια για τα χαρτιά.

(Τακτοποιεί τα χαρτιά στα συρτάρια του γραφείου. Κάνει μια κίνηση να πάρει τις παρτιτούρες από την πολυθρόνα, αλλά μετανιώνει και τις αφήνει) Οι παρτιτούρες εξαιρούνται για την αυριανή ένδοξη μέρα των αποτελεσμάτων !

(Σαρκαστικά) Τρία χρόνια τώρα, η αυριανή μέρα είναι η μέρα που τα μάτια όλων είναι στραμμένα στον καθηγητή Γιόχαν Φούχς.

(Στέκεται σιωπηλός και σοβαρός, κοιτάζοντας επίμονα ένα συρτάρι του γραφείου. Απότομα και με σταθερά αλλά γρήγορα βήματα, κατευθύνεται στο διπλανό δωμάτιο. Παίρνει ένα κλειδί και ανοίγει το συρτάρι)

Δέκα χρόνια στη Βιρτζίνια, το συρτάρι αυτό δεν άνοιξε ποτέ.

(Σαρκαστικά στα όρια του τραγικού) Για χάρη της αυριανής επίσημης μέρας του κυρίου καθηγητή είναι καιρός να δείξει πως υπάρχει ! Χα, χα. Οι όρκοι πατιούνται στις επίσημες μέρες.

Όπως οι εραστές.

(Βγάζει ένα χοντρό λεύκωμα φωτογραφιών και αποκομμάτων από εφημερίδες. Το αφήνει να πέσει βαριά στο γραφείο) Η ζωή μου στριμωγμένη σε μαυρόασπρα τετράγωνα.

(Παίρνει το λεύκωμα και κάθεται αρχοντικά στην πολυθρόνα αφήνοντας να πέσουν δίπλα του στο πάτωμα οι παρτιτούρες) Ο διάσημος χορευτής δεν αναρωτήθηκε ποτέ πώς ανοίγει κανείς ένα φωτογραφικό λεύκωμα. Ποιό χρονικό σημείο επιλέγει. Μήπως στην τύχη ; Ο σεβαστός καθηγητής τολμά. Θα τ΄αφήσει όλα ανοιχτά.

(Ανοίγει το λεύκωμα στη δεύτερη σελίδα)

Η παράσταση κυρίες και κύριοι ξεκινά !

Meine Geburt. Χα. 1903. Η γέννησή μου. Μα κοιτάχτε τους, κοιτάχτε τους δεν είναι αληθινά χαριτωμένοι ; Ο μπαμπάς Rudolf αγγίζει τρυφερά το χέρι της μαμάς Blumchen και γεμάτος ικανοποίηση καμαρώνει τον καρπό του έρωτά τους.

(Σηκώνεται απ΄την πολυθρόνα και αποπειράται να κάνει ένα χορευτικό άλμα, όμως αποτυγχάνει οικτρά και ξαναπέφτει βαρύς σ΄αυτήν. Ταυτόχρονα ακούγεται η φράση «Είμαι παιδί, μαμά. Μόνο παιδί. Που παίζει. Μόνο.» Δυό-τρεις νότες, και οι φράσεις «Ο γιος του Rudolf χορευτής !», «Θα φτιάξω δικό μου σχήμα») Ο μεγάλος χορευτής Γιόχαν είναι πια γεγονός !

Η μαμά Blumchen ερωτευμένη. Μα, αλήθεια, το πίστευε ; Κοίτα δω ανεμελιά ! Όλος ο κόσμος δικός της. Ηθελε πάντα να διαφέρει κάνοντας ό,τι κάνουν κι οι άλλοι. Μαλλί στην τρίχα, φορεματάκι της εποχής… Αποφασισμένη να ευτυχίσει. Κάπως αυτόματα.

(Παύση. Ακούγεται το χαρούμενο, από καρδιάς, γέλιο της μητέρας του και ενδιάμεσα από το γέλιο, οι φράσεις «Σήκω καημένη Λίζα, σκούριασες μέσα», «Ελάτε, φύγαμε. Τα πανηγύρια μάς περιμένουν».)

Για νά΄μαι δίκαιος της άξιζε. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος. Μου φαίνεται πως η ευτυχία της χτύπησε την πόρτα. Μόνο που φορούσε παρδαλά φορέματα κι εκείνη δεν την καλογνώρισε.

(Παύση)

Πριν την «ευλογημένη» τεκνοποίηση προηγείται, θαρρώ, το καμάκι. Παγκοσμίως. Ολόκληρη ιστορία. Τις περισσότερες φορές ολόκληρη μοίρα.

Σελίδα 2. Παραπονείται η 1.

Πάντα.

(Αφήνει δίπλα του το λεύκωμα και βάζει ένα ουίσκι. Έπειτα το ανασηκώνει και ξανακάθεται)

(Κάπως σαρκαστικά) Μα πώς γίνεται πάντοτε, να βρίσκομαι λίγο πρίν ή λίγο μετά τα πράγματα. Ο εαυτός μου δεν με υπακούει φαίνεται. Δεν τον αδικώ. Δύσκολα αλλάζει κανείς συνήθειες στα γεράματα. Εγώ συνήθισα να παρασύρομαι. Γενικώς.

(Γυρίζει μπροστά στη σελίδα 1 και περιεργάζεται τις φωτογραφίες) Ψηλός και ομορφοκαμωμένος ο μπαμπάς Rudolf. Μια ζεστή, βόρεια ομορφιά. Ισια πόδια. Η χωρίστρα στο πλάι. Και τι χοντρά δάκτυλα ! Τι τεράστια παλάμη ! Φαίνεται, η ευσυγκίνητη καρδούλα της Mutterchen θαμπώθηκε απ΄τα ίσια πόδια και δεν πήρε χαμπάρι την τεράστια παλάμη.

Εκείνη λεπτή. Υψος μέτριο. Πρόσωπο σχεδόν στρογγυλό. Ευγενικές καμπύλες στα ζυγωματικά. Βλέμμα παιχνιδιάρικο. Πηγούνι θεληματικό, έκρυβε μια ηδυπάθεια, ίσως νωχέλεια, ίσως μια επιπόλαιη παιδικότητα. Αυτός φαίνεται θα κόλλησε στο βλέμμα και δεν πήρε χαμπάρι το πηγούνι.

(Παιχνιδιάρικα) Πάντως, εδώ που τα λέμε, έχει κι η ευπιστία τη χάρη της. Έστω και τυφλή.

(Παύση)

Κοίτα φωτογραφίες ! Ολο τσάρκες και περικοκλάδες τα γονίδια. Και μπόλικα σορόπια.

(Αφήνει και πάλι το λεύκωμα, πηγαίνει στο γραφείο και παίρνει απ΄το συρτάρι ένα πακέτο τσιγάρα. Το ρολόι του τοίχου χτυπά μία και μισή)

Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο. Ασε που οι καπνοί του μπορεί να ζαλίσουν τον τακτικό μου επισκέπτη, έτσι Herr Krebs ; Και να με απαλλάξει…

(Προς τους θεατές, ανάβοντας τσιγάρο) Λοιπόν, δώσε πανηγύρι και χορό στη Blumchen και πάρτης την ψυχή. Κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Α, όλα κι όλα.

Αρκεί να μη χορεύει ο γιος του…

(Βάζει ένα δίσκο στο γραμμόφωνο με μουσική της εποχής. H μουσική ακούγεται χαμηλόφωνα και η έντασή της δυναμώνει μόνο όταν ο Γιόχαν αποπειράται παρακάτω να χορέψει)

Τι παράξενο ! Γνωρίστηκαν σ΄ένα …χορό ! Σ΄ένα χορό.

Βερολίνο 1901. Χορός στην Wissmannstrasse, στο σπίτι των Ackermann, φίλων του Rudolf. Η Blumchen δίδασκε γαλλικά στη μικρή Grete.

(Κατεβαίνει στην πλατεία σιγά-σιγά και σηκώνει μια κοπέλα από τους θεατές για να χορέψει μαζί της. Η ενδεχόμενη άρνησή της, χρησιμεύει για την αληθοφάνεια της σκηνής της άρνησης, που στην αρχή έδειξε η μάνα του στην πρόσκληση του πατέρα του να χορέψουν. Αν η κοπέλα δεχτεί αμέσως, ο ηθοποιός καθυστερεί επίτηδες, εμποδίζοντάς την με κάποιο τρόπο να σηκωθεί, εξυπηρετώντας έτσι την οικονομία του έργου)

-Fraulein, θα μου κάνετε την τιμή να χορέψουμε ;

-Ξέρετε, νιώθω κάπως κουρασμένη. Ισως αργότερα. Ευχαριστώ.

-Μα οι βραδιές αυτές γι΄αυτό υπάρχουν : για να κουραζόμαστε.

-Θά΄λεγα πως υπάρχουν για να διασκεδάζουμε.

-Ε, τότε ας κουραστούμε διασκεδάζοντας.

-Ας κουραστούμε λοιπόν.

-Rudolf 

-Blumchen 

(Ο Γιόχαν αποπειράται να χορέψει με την κοπέλα, αλλά κουράζεται και πάλι γρήγορα, εγκαταλείπει ασθμαίνοντας και ξανακάθεται στην πολυθρόνα του) Χαριτωμένες κοινοτοπίες που συνήθιζε να θυμάται συχνά η μαμά Blumchen. Καθώς φαίνεται, η κοινοτοπία είναι το πρώτο υλικό για την τούρτα του γάμου.

Τελοσπάντων, συνεπείς κι οι δυό τους. Σ΄αυτό κράτησαν το λόγο τους. Α, όλα κι όλα, όπως λέει κι ο μπαμπάς Rudolf. Τό΄παν και τό΄καναν: κου-ρά-στη-καν. Και μάλιστα άγρια.

Εκεί γύρω στο 1908.

(Μικρή παύση. Στρέφεται, παιγνιωδώς, στους θεατές σαν σκανταλιάρικο παιδί που έκανε αταξία και ανοίγει πάλι το λεύκωμα) Με τρώγαν τα δάχτυλά μου να πηδήξω σελίδες.

Μ΄ένα…άλμα φτάσαμε στην 6.

Υποκύπτω πάντα στους πειρασμούς. Ιδιαίτερα σ΄εκείνους που υπόσχονται εκπλήξεις. Για νά΄μαι ακριβής, πειράζω τους πειρασμούς.

Οσο για τις πίσω σελίδες, δεν θα τις αφήσω παραπονούμενες. Αρκεί να υποκύψουν στα γούστα μου.

(Μικρή παύση)

(Με επώδυνο υπονοούμενο) Οι φωτογραφίες στη σελίδα 6 έχουν πάντα ένα πρόσωπο λιγότερο απ΄ότι οι προηγούμενες σελίδες.

(Σηκώνεται απ΄την πολυθρόνα κάπως κουρασμένα, παίρνει το σαξόφωνο απ΄τη γωνία και παίζει για λίγα δευτερόλεπτα ένα βαρύ και στεγνό μπλουζ από το Μέμφις του Τεννεσσή, όλο καημό και θλίψη. Ξανακάθεται. Ο τόνος της φωνής του γλυκαίνει αισθητά χωρίς να χάνει τη στιβαρότητα, την τόλμη και το σαρκασμό που φανέρωνε ως τώρα. Τα λόγια βγαίνουν με ραγισμένη νοσταλγία και παράπονο. Δίνουν, ακόμη, το αίσθημα του αδικημένου, μαρτυρούν αδυναμία και φόβο.) Το 1908 ήταν η χρονιά που αποφασίστηκε να είμαι Εκτεθειμένος.

Όλες οι υπόλοιπες χρονιές της ζωής μου έπιαναν χεράκι-χεράκι το 1908. Όπως πάνε τα παιδιά εκδρομή.

Λοιπόν, ο χωρισμός του υπαλλήλου ναυτιλιακής εταιρείας Rudolf και της καθηγήτριας γαλλικών Blumchen ήταν αντάξιος του επιτυχημένου χορευτή που γέννησαν. Ε-πει-σο-δια-κός.

Όμως, σιγά-σιγά. Για νά΄χει νοστιμάδα.

(Ανάβει ένα τσιγάρο) Τα παιδιά βγάζουν γλώσσα στη λογική.

Έχουν μάτια.

-Θέλεις λίγη μαρμελάδα;

-Όχι, ευχαριστώ.

-Λίγο τσάι ακόμα;

-Ασε μην μπαίνεις στον κόπο.

Αποτυχία στις πιο καθημερινές τους κινήσεις. Στις πιο φυσικές. Δύο εχθροί στο ίδιο τραπέζι κι εγώ ανάμεσα. Πρεσβευτής. Δεν έβγαζα άχνα. Δεν άφηνα να φαίνεται τίποτα.

(Τραβώντας μια τζούρα) Η σιωπή είναι λύση, χώρα.

(Ελάχιστη παύση)

Μαθητής άριστος. Από υποχρέωση. Και ανασφάλεια.

Καθώς φαίνεται έβαζα τάξη στην αταξία που μου επέβαλλαν.

Προσπαθούσα να κάνω ολοστρόγγυλα γράμματα στο τετράδιο, τα μολύβια μου νά΄ναι (με ειρωνεία) ευπρεπώς ξυσμένα και οι ζωγραφιές μου πολύχρωμες, όπως αναμενόταν.

(Σχεδόν με απόγνωση) Πρός το παρόν, ήμουν αφηρημένος στο κυνηγητό και το κρυφτό. Σα νά΄χε κολλήσει το μυαλό μου. Σα να έπρεπε να βρω

- άκαιρη ευθύνη, δε βρίσκετε ; - έναν αόρατο κλέφτη που δεν ήξερα τι ακριβώς είχε κλέψει. Και μάλιστα για την κλεψιά μπορεί νά΄φταιγα κι εγώ…!

(Με παιγνιώδη σαρκασμό) Χα, χα. Η ζωή φρόντιζε να προικίσει το Γιόχαν με τα πολυτιμότερα δώρα της. Από τότε της λέω να μην ξοδεύεται. Δεν είναι ανάγκη. Ω, ξέρω καλά πόσο γενναιόδωρη και ευγενική είναι. Μπα, τίποτα. Δεν ακούει λέξη.

Επιμένει να δείχνει την τρυφερότητά της. (κάπως επιτιμητικά και με εκνευρισμό) Ανυπάκουη. Μονίμως.

(Γυρίζοντας σελίδες στο λεύκωμα) Για κοίτα που στερεύουν επικίνδυνα οι φωτογραφίες ! Μια δυο κι εκείνες από συνήθεια. Φαντάζομαι την κρυφή θλίψη της Blumchen. Οι φωτογραφίες ήταν γι΄αυτήν η απόδειξη πως είχε  φυλακίσει την ανέμελη ευτυχία της σε μαυρόασπρα τετράγωνα, πως ζούσε κοσμοπολίτικα.

(Ελάχιστη παύση)

Το 1910 η οικογένεια Φούχς βάλθηκε να προφητεύσει τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η τεράστια παλάμη του βερολινέζου πατρός Rudolf φιλοδώρησε με αρκετές επισκέψεις τα μάγουλα της γαλλοθρεμμένης μητρός Blumchen εκ Μονάχου. Οι αδέσποτες έγιναν αισθητές στο λαιμό μου. Εν πάσει περιπτώσει, παράπλευρες απώλειες: μία.

(Παύση. Με το κεφάλι αναγερτό στην πολυθρόνα) Γινόμαστε κακά παιδιά γιατί ξεχνάμε να παίζουμε. Μας πνίγει ο φόβος, καλή μου οικογενειούλα.

(Σηκώνεται από την πολυθρόνα, και βάζει ένα δεύτερο ποτό (βότκα)) Τα ανακατώματα είναι ομολογουμένως γοητευτικά.

(Κατευθύνεται στην πλατεία του θεάτρου και κάθεται ανάμεσα στους θεατές κοιτώντας τον καθένα χωριστά ολόισα στα μάτια. Μιλά με τραγικά ήρεμη απάθεια.) Χαδάκι, γαμώτο, θέλουμε. Χα-δά-κι. Εμπρός οικογενειούλα μου ! Τώρα δεν χρειαζόμουν μάτια για να μυρίζομαι τις κινήσεις τους. Φρόντιζαν ώστε οι ψίθυροι απ΄το διπλανό δωμάτιο να γίνονται οργισμένες φωνές. Νά΄χω εγερτήριο τα μεσάνυχτα. Και τα πρωινά, κάποτε, μου φορούσαν τήβεννο δικαστή. Από νωρίς φαίνεται αντιλήφθηκαν την ιδιοφυία μου και με τίμησαν.

-Αχ, αγόρι μου, την ακούς; Θέλει να καταστρέψει την οικογένειά μας.

-Πάρε με αγκαλιά. Δεν έχω άλλον στον κόσμο. Μ’απειλεί μ΄ένα μαχαίρι.

-Πες ποιος είναι. Πού συναντιέστε; Παραδέξου το. Τα ξέρω όλα. Σταμάτα αυτή την κλάψα.

-Γιόχαν, αγόρι μου, έλα, σαν άντρες που είμαστε πες μου την αλήθεια. Ποιός έρχεται σπίτι;

-Γιόχαν, μόνο εσένα έχω (μέσα σε αναφιλητά) Θεέ μου, τι έφταιξα; Είναι άδικο, άδικο… Να πέθαινα.

Δεν ήμουν πια ανάμεσα. Επαιζα πότε με τη μια πότε με την άλλη ομάδα.

Η σιωπή συνεχίστηκε. Με ελάχιστες διακοπές φοβισμένων λέξεων.

Σαν άμυνα. Μαθητής πάτος. Από υποχρέωση να αντισταθώ.

Και φυγή, φυγή.

(Σιγοτραγουδώντας ειρωνικά) Wanderungen und Umzuge 

Από τότε ήθελα να φεύγω. Από παντού.

Τα μολύβια πηγαινοέρχονταν άξυστα στο σχολείο. Αδιαφορούσα για τις ζωγραφιές. Τα γράμματά μου νευρικά και άσχημα. Καθώς φαίνεται, δημιουργούσα αταξία μήπως με προσέξουν και επαναφέρουν την τάξη. Όσο για το κυνηγητό και το κρυφτό…τα αντικατέστησαν οι βραγιές του κήπου.

(Με αναπόληση τραυματισμένης αγαλλίασης) Τέλειο καταφύγιο. Μόνος. Αμίλητος. Σκεφτικός …με συνοδεία οργάνου το χτυποκάρδι.

(Σηκώνεται και κατευθύνεται πάλι στην πολυθρόνα του. Με πλάτη, πάντα, στους θεατές λέει:) Αλήθεια, από πού ξεκινά μια ιστορία; Ας πούμε η δική μου… Από το 1903, το 1901 ή το 1908 ;

Κανείς δεν θα το μάθει ποτέ.

Ωραία.

(Κάθεται βαριά στην πολυθρόνα. Γυρίζει σελίδα στο λεύκωμα. Καθώς αυτός μιλά, ακούγονται οι εξής φράσεις : (αγορίστικη φωνή) «Δέκα. Φτου και βγαίνω», (κοριτσίστικη φωνή) «Εσύ τα φυλάς», «Βγες έξω, βγες έξω σε είδα»)

Βρε, να κι η φωτογραφία πάνω στο κρεβάτι. Στο Kreuzberg.

Η μάνα είχε δώσει μια γρήγορη κλωτσιά σε κάτι κουρέλια που «στόλιζαν» το χώρο κι αυτά τα αφιλότιμα - τι θράσος ! - τρύπωσαν κάτω απ΄το κρεβάτι, για να την κοροϊδεύουν.

Καημενούλα Blumchen, φαίνονται όλα.

Μα και συ ευλογημένη, επιμονή ! Πάνε πια φωτογραφίες στη Brachvogelstrasse ; Τί μπορεί να φωτογραφίσει κανείς μέσα σε σκιές ;

(Χτυπώντας με το χέρι του το κούτελο για το λάθος που έκανε) Ωστόσο, πρέπει να σου πω, γλυκιά μου Blumchen, πως εκτιμώ βαθιά τις μανίες στη ζωή. Ευχαριστώ.

(Ελάχιστη παύση)

Το σπίτι της αγίας οικογένειας Fuchs στην Unter den Linden ήταν μεγάλο, με μια τεράστια τζαμαρία σ΄ένα δωμάτιο που με σαγήνευε.

Ποιος έδινε δεκάρα. Η απώλεια ήταν άλλη. Αφηνα πίσω τα στηρίγματά μου. Τους φίλους μου.

Tις βραγιές του κήπου, το πηγάδι στο σπίτι του Heinrich. Τον Heinrich, έδενε κι έλυνε σε πέντε λεπτά ένα ποδήλατο !, την Helene και τη Vittoria.

Η Blumchen με πήρε απ΄το χέρι, φόρτωσε στο κάρο το κρεβάτι μου και δυό καρέκλες και βουρ για το νέο μας σπιτικό..!

Ταξίδι σε μια ανακουφιστική κόλαση.

(Σιγοτραγουδώντας) Vogel aus der Holle 

Aποχαιρέτησα την Breite Strasse, ακολούθησα την Ritterstrasse και ανέβηκα την Prinzenstrasse που έβγαζε στο Kreuzberg. Αργότερα, το Kreuzberg μάς συμπάθησε και μάς έκανε πάσα στη Schoneberg. Λίγο μετά, η Schonleinstrasse μάς έκλεισε το μάτι και μάς βίδωσε στο Lichtenberg,

όπου (με αίσθημα ανακούφισης) επιτέλους βάλαμε κώλο κάτω και μείναμε περισσότερο.

Το 1913 με περίμενε στη γωνία. Μου την είχε στημένη.

(Μικρή παύση. Ανάβοντας τσιγάρο) Γιατί πάντα νά΄μαστε ανύποπτοι στις πιο μεγάλες συναντήσεις ;

(Μικρή παύση. Το ρολόι του τοίχου χτυπά δύο η ώρα)

Τα αντιπαθητικά γαλλικά της μάνας μου, αποφάσισαν απρόσκλητα το 1913 να μου αλυσοδέσουν τη ζωή.

(Γλυκόπικρα) Μ΄έκαναν να ερωτευθώ.

(Ελάχιστη παύση) Το χορό.

(Με μια ελαφριά σύσπαση, κάνοντας δεύτερη ένεση μορφίνης) Μη μπλέξετε με φίλο πολυφαγά. Δεν σου μένει τίποτα. Μου φαίνεται πως ο κύριος Krebs θέλει και δεύτερη μερίδα. Έφτασεεεε, releve!

Η Βlumchen ξεχώριζε ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά της οικογένειας Gluck. Της άρεσαν φριχτά τα πανηγύρια και οι γιορτές στη Βαυαρία. Χαρούμενος άνθρωπος. Frohlich. Θέλησε να μορφωθεί. Αστροπελέκι στο κεφάλι της οι αντιδράσεις από το περιβάλλον της μάνας της. Τα κατάφερε όμως. Δούλεψε σκληρά, έφυγε από το Μόναχο και κατέληξε στο Βερολίνο που σπούδασε, παρακαλώ, γαλλικά, έγινε καθηγήτρια και διάβαζε ασταμάτητα γαλλική λογοτεχνία. Έτσι έμπλεξαν, για το καλό της γερμανικής τέχνης, οι Gluck με τους Φουχς ! Χα, χα, χα

(Μικρή παύση)

Εκείνο το απόγευμα του  Απρίλη του ΄13 γύρισε σπίτι ψόφια στην κούραση απ΄τα μαθήματα.

(Κάπως πικρόχολα) Όπως πάντα.

Είχε κάτι όμως στο βλέμμα.

(Μουσική από μπαντολεόν και ήχοι από φυλλωσιές. Οι φωτισμοί δίνουν την αίσθηση της έναστρης νύχτας. Η μουσική και η αίσθηση της νύχτας διαρκούν μέχρι τη φράση «Θα παίζω») 

(Μιλά με ελεγχόμενα αυξανόμενη ένταση) Εγώ, ήσυχος και μόνος.

Ας πούμε, κάτι σαν…μισό φυσικό παιδί.

Α, εκείνες οι υπέροχες πολύχρωμες σβούρες. Εχω δυό.

Δεν με ενοχλεί τίποτα. Σχεδόν ασφαλής.

Το κλειδί γυρνά στην πόρτα.

Ακίνητος.

Τα μάτια μαγνητισμένα στις σβούρες.

Στις σβούρες. Είμαι παιδί, μαμά. Μόνο παιδί. Που παίζει. Μόνο.

Δεν θυμάμαι.

Θα παίζω.

-Ουφ, επιτέλους. Είμαι πτώμα. Ε, κύριε Γιόχαν, είμαστε κι εμείς εδώ. Το ότι ήσουν πάντοτε γαϊδουράκι μεγάλο, τό΄ξερα. Μα τόσο όχι…

-Μμμ

-Συγχαρητήρια! Δεν περίμενα και κάτι άλλο…διάβασες; Πεινάς καθόλου;

-Διάβασα. Φαγητό μετά.

Τα μάτια κολλημένα στις σβούρες. Η αδυναμία προδίδεται.

-Καλά τα μαθήματα;

-Καλύτερα δε γίνεται.

-Συμβαίνει κάτι;

-Δε νομίζεις πως έχουμε κλειστεί για τα καλά μέσα; Μια βόλτα, ένας περίπατος, λίγη διασκέδαση, λίγη…μουσική και χορός, μας λείπει μικρούλη μου, nest-ce pas ?

-(Με αγωνιώδη προσδοκία) Πάμε μια βόλτα στην Unter den Linden ;

-Α όχι, όχι Ηans, αυτό το κάνουμε κι άλλοτε.

Βουτά το χέρι στην τσάντα και το βγάζει αργά-αργά, μέχρι να σπρώξει την περιέργεια και την αγωνία μου να λιποθυμήσουν.

-Πρόσκλησηηη ! Κρατική Όπερα Βερολίνου. Η λίμνη των κύκνων. Πρόσκληση δυο ατόμων. Η μητέρα του μαθητή μου, του Otto, που δουλεύει εκεί, φρόντισε για την ψυχαγωγία μας, nest-ce pas?

Αύριο η Blumchen και ο Johann θα κάθονται στις πρώτες θέσεις και θα απολαμβάνουν αφ΄υψηλού Τσαϊκόφσκυ !

(Ακούγονται ελάχιστα αποσπάσματα απ΄τη μουσική μπαλέτου του έργου και παρεμβολές από παραγγέλματα διδασκαλίας χορού (grand plie, releve, saute), συζητήσεις με το διευθυντή της ανωτέρας σχολής χορού του Βερολίνου, βογγητά ηδονής, ήχοι από καμπαρέ, βήματα οδοιπορίας, εμβατήρια των Ναζί, η φράση «Θα δεχτώ τον εκβιασμό», οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί στο Βερολίνο ανάμειχτοι με ήχους σαξοφώνου σε μπλουζ και η λέξη Βιρτζίνια τρεις φορές)

(Γυρίζοντας σελίδα στο λεύκωμα, μ΄έναν σοβαρό, γεμάτο εκτίμηση, σαρκασμό) Εδώ, πράγματι, αλλάζουν σελίδα.

(Ελάχιστη παύση. Κάπως εύθυμα) Χα. Η τάξη του χορού.

Η δασκάλα μου, η Frau Alma.

Ο χορός ήταν η ίδια της η ζωή.

(Μικρή παύση)

Τα φώτα της σκηνής περνούσαν γρήγορα από πάνω της. Δεν στέκονταν. Πίστευε πως έφταιγαν αυτά. Πως συνωμοτούσαν να θάψουν το ταλέντο της. Εγώ λέω, τα φοβήθηκε και κρύφτηκε.

(Με αδιάφορη περιφρόνηση που διατηρεί κάποιο ίχνος συμπόνοιας) Συνηθισμένη φυλακή.

Ωστόσο, δεν τρέχει τίποτα, γλυκιά μου Alma. Στη ζωή έμαθα, πως άμα ταξιδέψεις πολύ, παίρνεις τις αδυναμίες και τις χαϊδεύεις στα γόνατά σου.

(Παύση)

Εμένα, φαίνεται, μού΄χε χαμογελάσει η τύχη.

Με το πιο πλατύ της χαμόγελο. Ή μπας κι ήταν γέλιο, ξεκάρδισμα ;

(Αλλάζοντας τόνο) Ο φόβος μού΄χε ήδη χτυπήσει την πόρτα από το 1908.

Οσο για το κρύψιμο, οι βραγιές του κήπου είχαν κάνει τέλεια την δουλειά τους, μου τά΄χαν μάθει όλα.

Ετσι, έμπαινα στο παιχνίδι πανέτοιμος, αρματωμένος. Και επιπλέον, από τη μια το κλαψ κλαψ της Mutterchen κι απ΄την άλλη η ικανότητά μου να διακρίνω αποχρώσεις - (γυρίζοντας προς τους θεατές) θυμάστε, όπως τότε στο οικογενειακό τραπέζι - με προετοίμασαν να ΝΙΩΘΩ το χορό.

(Ελάχιστη παύση) Αρα, να μπορώ να του απιστήσω.

Οσο για το να εκτεθώ στα φώτα της σκηνής, να τα προκαλέσω… παιχνιδάκι. Ημουν ήδη εκτεθειμένος πέντε χρόνια πριν.

(Με μια ελάχιστη απόχρωση αυταρέσκειας και ειρωνείας) Γι αυτό ο Klaus, o Oskar και η Marianne έμειναν για πάντα καλοί χορευτές και ευσυνείδητοι επαγγελματίες. Κάτι σαν την Alma.

Ενώ, εγώ…

Ετσι είναι. Με τό΄να χέρι σού παίρνει και με τ΄άλλο σού δίνει.

(Με σαρκαστική κατάφαση) Δικαιοσύνη.

(Γυρίζοντας και πάλι σελίδα στο λεύκωμα) Φαίνεται πως η λαμπρή μου σταδιοδρομία εκτόπισε κάθε τι άλλο.

(Πετώντας με απογοήτευση και διάθεση εκδίκησης στο πάτωμα ορισμένες φωτογραφίες) Εγώ στις εξετάσεις της σχολής. Εγώ στις επιδείξεις. Εγώ στο χορό των κοζάκων, σε άλμα. Εγώ στο πλευρό της Frau Alma. Εγώ με τον Wolfgang.

(Σταματώντας ξαφνικά) Α, ο εξάδελφος Wilhelm.

(Μικρή παύση)

Εκείνη την εποχή ήταν μια τύχη απ΄τον ουρανό.

Θά΄ταν εκεί γύρω στα 1918. Μόλις είχε έρθει από την Αμερική.

Σπούδαζε μαθηματικά, όμως λάτρευε και τη μουσική.

(Ανασηκώνοντας τις παρτιτούρες και αφήνοντάς τες και πάλι να πέσουν) (με λεπτότατη ειρωνεία) Αυτές εδώ, σ΄αυτόν τις χρωστώ.

Η Frau Alma έπινε νερό στ΄όνομά μου. Εγώ είχα ορκιστεί να μαγέψω το χορό, όπως με μάγεψε κι εκείνος τότε…

Και ξαφνικά με διπλάρωσε κι η μουσική.

Η τζαζ, το σαξόφωνο… πράγματα πάντα ξένα για τη Γερμανία.

Αυτό με κούρδιζε.

(Παύση)

Οποιος αγαπά βαθιά τη Γερμανία, θέλει πάντα κατά βάθος να την κάψει.

(Παίρνει πάλι το σαξόφωνο και παίζει μανιασμένα ένα μικρό σόλο με νότες μακρόσυρτες, τρεμουλιαστές και ψηλές. Το αφήνει δίπλα του στην πολυθρόνα και ξαναπαίρνει το λεύκωμα φωτογραφιών)

(Με παιχνιδιάρικη επισημότητα) O διευθυντής της κρατικής Όπερας του Βερολίνου Wolfgang Offenbach.

Η Frau Alma επέμενε πως ήταν καιρός να κάνω την είσοδό μου εκεί. Είχε ήδη μιλήσει για το πληθωρικό ταλέντο μου στον Offenbach.

-Νεαρέ μου, έχω ακούσει για σένα τα καλύτερα λόγια. Η Frau Alma πιστεύει πως υπόσχεσαι πολλά.

-Για να το λέει…

-Βλέπω οι φιλοδοξίες σου δεν γνωρίζουν μετριοπάθεια.

-Θα έπρεπε;

-Η σχολή σε υποδέχεται λοιπόν και περιμένει να δει αν τα λεγόμενα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

(Παύση)

Κύριε καθηγητά Γιόχαν Φούχς ώρα για ένα δυνατό καφέ. Για να σταθείς στα πόδια σου. Η νύχτα προμηνύεται μακρά.

(Πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο να ετοιμάσει τον καφέ κι από εκεί τον ακούμε να λέει τα ακόλουθα δίχως να παρουσιάζεται στη σκηνή. Να ακούγονται ήχοι από κουζινικά σκεύη. Τα φώτα να επικεντρώνονται μια στο σαξόφωνο, μια στο λεύκωμα φωτογραφιών, μια στις παρτιτούρες. Συσκότιση. Πριν ακόμη βγει στη σκηνή, φωτίζεται κάθε μια από τις αφίσες και τις φωτογραφίες του χορού που κρέμονται στους τοίχους. Μόλις βγαίνει επανέρχεται ο προηγούμενος φωτισμός)

(Παύση)

Εύκολα κυλούσε τότε ο χορός. Δεν αγόραζε βουτήματα και πάντοτε παράγγελνε καφέ. Τον συνόδευαν φώτα, πολλά φώτα. Κορόιδευε επιδεικτικά χώρους που φωτίζονταν από μια λάμπα. Τι να κάνει με μια λάμπα κανείς; Εύκολα κυλούσε ο χορός.

(Παύση)

Μα τι λέω; Πόσο άδικος μπορώ να γίνω !

Υπάρχει κίνηση και τώρα.

Απ΄την κουζίνα στο γραφείο κι απ΄το γραφείο στην κουζίνα, με ενδιάμεσο σταθμό τη σχολή μουσικής.

Ο αληθινός χορευτής έτσι κοιτά.

Τα όνειρα κι οι αποφάσεις, όπως αντιλαμβάνεστε αγαπητέ Γιόχαν Φουχς, έχουν βιολογικό κύκλο. (το ρολόι του τοίχου χτυπά δύο και μισή)

Τον ολοκληρώνουν. Σχεδόν, ερήμην σου.

(Με ανακούφιση) Ωραία. Ωραία.

(βγαίνοντας) Ετοιμος ο καφές.

(Τον αφήνει πάνω στο γραφείο και πίνει μερικές γουλιές. Κάθεται για λίγο στην πολυθρόνα ξαναπιάνοντας και πάλι το λεύκωμα. Επειτα σηκώνεται, κοιτάζεται στον  μεγάλο καθρέφτη -άλλο ένα οικογενειακό κειμήλιο- και ευπρεπίζεται) 

Οι φωτογραφίες δείχνουν ένα εύρωστο σώμα, μαλλιά πυρόξανθα, πρόσωπο με γωνίες κι ένα λακάκι στο πηγούνι που δίνει χάρη και προδίδει ηδυπάθεια.

(Χτενίζεται, ορθώνει κάπως το σώμα του, φτιάχνει λίγο τα ρούχα του, σαν να επρόκειτο να βγει στη σκηνή.

Ξαφνικά, σαν μέσα σε παράκρουση, συνεχίζει με ένταση το μονόλογό του, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά στην πλατεία και καλύπτοντας με την παρουσία του εκεί, όσους περισσότερους χώρους μπορεί)

1920. Αγαλλίαση ! Θαμπωμένος ακόμα. Για πάντα. Αγαλλίαση !

Ζωή χωρίς ρυτίδα ! Εστω και ψευδαίσθηση…

Σκοτίστηκα ! Στ΄αρχίδια μου.

Εδινα τα πάντα για να το ξαναζήσω.

(Ελάχιστη παύση. Ανάβει τσιγάρο. Κοιτάζοντας καταπρόσωπο τους θεατές) Λοιπόν, είναι απλούστατο αγαπητοί μου. Ο χορευτής όταν ζει αληθινά γίνεται…μαθηματικός !

Χα, χα χα.

Ιδού η εξίσωση της αληθινής στιγμής, μιας ζωής κερδισμένης : μια μέρα, είκοσι δύο μέρες, ένας μήνας ίσως, έστω δυο αγωνιώδη χρόνια, ακόμη και μέσα στον πόνο, στη θλίψη…ίσον τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου ή καλύτερα όλη σου η ζωή, πριν και μετά το Γε-γο-νός !

Μια στιγμή ίσον μια ζωή. Αν τη δίνεις για να τη ξαναζήσεις θα πει πως μια φορά έζησες. ΕΖΗΣΕΣ. Ολόγυμνος. Αδάμ ή…Γιόχαν.

(Τρέχει και παίρνει τη μαριονέτα που βρίσκεται ακουμπισμένη στο κλειστό παράθυρο,δεξιά της σκηνής, και την παίζει έως τη φράση «επαναλαμβανόμενο μυστήριο». Μιλώντας κατεβαίνει και πάλι στους θεατές) 

(Με λεπτή πικρία) Α, ξέχασα. Πώς γίνεται να ξεχνώ ; Ή μόνο αυτό ταιριάζει;

Δεν έχει σημασία ποιος γεμίζει τη στιγμή. Τι. Όχι. Όχι. Συνήθως τη γεμίζει ο πιο ακατάλληλος, ο πιο βλάκας, ο πλέον ανίδεος, κάτι κοντά στην απόλυτη ασχήμια. Ας πούμε ένα ποίημα κινούμενο πλαστό εκατοδόλλαρο.

(Ειρωνικά) Χα, χα. Επαναλαμβανόμενο μυστήριο. (αφήνει τη μαριονέτα καταμεσίς των θεατών μέχρι και το τέλος του έργου)

Ωστόσο, ένα μετράει. Τα θαμπωμένα σου μάτια.

Κριτής : η απόλυτη ανυπαρξία οποιασδήποτε τύψεως.

(Επιχειρώντας μια πιρουέτα) Ζήτω !

1920. Αν άξιζε ο χορός στη ζωή μου ήταν για να συναντήσω εκείνη τη χρονιά. 1920.

(Υποτιμητικά στα όρια της χλεύης) Χωρίς λεύκωμα.

(Δείχνοντας την καρδιά του) Είναι όλα μέσα εδώ.

(Παύση)

Ο Wolfgang έβλεπε πως δε με χωρούσε η κρατική Όπερα του Βερολίνου.

(Με νόημα) Επιθυμούσε να με χωρέσει η αγκαλιά του.

(Στους θεατές, πειράζοντάς τους προκλητικά) Με χώρεσε. Αλλά, αργότερα αυτά, αργότερα…

(Μικρή παύση)

Ο χορός. Λες και μ΄είχε δαγκώσει σκύλος λυσσασμένος.

Λύσσαξα κι εγώ. Να τα ζήσω όλα.

Οι πιρουέτες δε χωρούν τον Γιόχαν. Πρέπει να τρυπίσουν το έδαφος, σαν σβούρα, για να ικανοποιηθεί. Αχαρα τα ports de bras. Τα άλματα πρέπει να στέκονται στον αέρα. Τα battements tendus είναι καλά αν δημιουργούν ζάλη και μόνο. Αλλιώς χέστα. Αδιαφορία και περιφρόνηση για τα releve και προπαντός για τα demi-plie, για κάθε demi.

Ο Oskar συμφωνούσε, όμως δίσταζε. Ο Walter παραδοσιακός. Κάθε απόγευμα στο Romanisches Cafe οι ίδιες συζητήσεις. Δεν μπορεί, θα τους παρασύρω. Θα δούν κάποτε.

Με σημειωτόν ο Γιόχαν δεν πάει παιδιάαα. Σας αφήνω γειά’ και να μου γράφετε, χα χα χα, δακρύβρεχτες νουθεσίες για την τέχνη. Ποια τέχνη βρεεεε; Η ζωήηηη… αυτή με λιώνει.

(Ονειροπολώντας αποφασιστικά. Ταυτόχρονα ανάβουν, σάν αστραπές, εκτυφλωτικά,τα φώτα πάνω στις φωτογραφίες του στους τοίχους, σε διαδοχή) Θα φτιάξω δικό μου σχήμα.

(Κάπως αλαζονικά) Τα βράδια με χαίρονταν τα άλση. Αγαλλιούσε κάθε θάμνος και δεντράκι. Προπαντός τα γρασίδια. Οταν ξάπλωνα τη Rosa. Φίλη της Marianne απ΄τη σχολή. Η πρώτη μου απόδραση.

Το πρώτο στοίχημα.

(Παύση)

(Ιερατικά) Σπαρταρούσε στα χέρια μου κι εγώ θαύμαζα.

Αξιώθηκα να κρατήσω σώμα ! Έκσταση. Ερωτεύτηκα τον έρωτα.

(Σχεδόν με απορία) Νιώθεις πως θες να προσκυνήσεις.

(Παύση)

(Ειρωνικά και με περιφρόνηση) Τα φιλαράκια είχαν μείνει ακόμη στις φαντασιώσεις και…στη χείρα με τα πέντε ορφανά.

Ερωτοτροπούσα με τη FriedrichstrasseEκεί η κίνηση, η αλητεία. Ο,τι πιο γοητευτικό στη ζωή, η αλητεία, η αλητεία…γι αυτό δημιουργήθηκε ο κόσμος. Αλητεία έντιμα άτιμη. Έξω. Γιούπιιιι ! Τώρα μόνο έξω.

Kα-μπα-ρέεε! Το Schall und Rauch, το Wilde Bühne, το Admiralspalast.

Η τζαζ. Τ΄αφτιά μου βουίζουν ακόμα από τους Sid Kay’s Fellows και τη Saxophon-Orchester Dobbri.

(Με τρυφερή αποφασιστικότητα) Θα φτιάξω δικό μου σχήμα. (το ρολόι του τοίχου χτυπά τρεις η ώρα)

Αγαπημένο 1920.

Λοιπόν, αν ο χορός αποστρέφεται το αψέντι και το χασίς λογάριαζέ τον για λαπά.

Ο Bertolt ήταν μανούλα σ΄αυτά. Ηξερε κάτι τρύπες να γλείφεις τα δάχτυλά σου ! Μ΄αυτά και μ΄αυτά η Rosa παραχώρησε τη θέση της στην Helene. Αγριος έρωτας, ζωή ακατέργαστη. Κλέβεις έμπνευση απ΄το πήδημα για να δίνεις στο χορό.

(Εύθυμα) Και αντιστρόφως.

(Ατενίζοντας πέρα μακριά) Εεεε, παιδιά. Κρατείστε μου μια θέση στο βασίλειο της αίσθησης.

Δεν ζεις αν δεν εγκαταλείψεις τον εαυτό σου.

Θα το καταλάβετε ποτέ βρε μαλάκεεες ;

(Ακούγεται μουσική από ξυλόφωνο. Τρυφερά στα όρια του ραγίσματος. Ακούγεται η φράση «Είμαι παιδί, μαμά. Μόνο παιδί. Που παίζει. Μόνο». Ο μονόλογος του Γιόχαν δεν διακόπτεται με την παρεμβολή των παραπάνω)

(Παύση)

Τα βράδια το χασίς αναλάμβανε χρέη παραμάνας. Το αψέντι ήταν σα να φωνάζεις την πυροσβεστική.

Ο Walter μου φώναζε απελπισμένος γιατί, γιατί.

Ε, γαμώ το, δε μου αρέσουν οι λεωφόροι. Μένω εκτός. Οτιδήποτε αξίζει μένει πάντα εκτός. Για να μείνει νέο…

(Με νηφάλια μανία) Μου λείπει πάντα το πολύ, η υπερβολή στα όρια του θανάτου.

Είμαστε φτιαγμένοι απ΄το πολύ. Καταδικασμένοι.

(Παύση)

Το σπίτι της γλυκιάς μου Blumchen με στένευε αφόρητα. Ο Rudolf στις σπάνιες εξορμήσεις του εκεί φρόντιζε να δείχνει τα δόντια του.

Σε ρήμαξε η ανασφάλεια πατέρα !

Γιατί να γυρνάω πια σπίτι;

Μουσικές σαν κι αυτή είναι, βρε αδερφέ, βαρετές : (Ακούγονται αποσπάσματα από τη μουσική της γνωριμίας των γονιών του και μουσική από ακκορντεόν. Ταυτόχρονα βλέπουμε τον Γιόχαν σε στάση επίκυψης και στηρίζοντας τα χέρια του στα γόνατά του μέχρι τη λέξη «καλύτερα»)

-Έτσι τον κατάντησες. Ενας άχρηστος. Δεν θα κάνει τίποτα στη ζωή του.

-Προσπάθησε λίγο να τον καταλάβεις, ο Γιόχαν σ΄έχει ανάγκη. Κάν΄του μια συζήτηση.

-Μπορώ, μόλις τελειώσει το σχολείο, να τον πάρω μαζί μου στην εταιρεία. Με ξευτελίζει. Ο γιός του Rudolf χορευτής !

-Θα του περάσει θα δεις. Είναι φυσικό στην ηλικία του. Αντιδράσεις είναι.

-Εσύ φταις για όλα.

-Ας τον μάθαινες εσύ καλύτερα.

Ο Rudolf δεν με δέχτηκε ποτέ. Ενιωθε ντροπή για μένα. Πολεμούσε κάτι πάνω μου που στο βάθος του άρεσε, το σεβόταν. Αλλά και αδιαφορούσε γι΄αυτό. Η Blumchen προστάτευε κάτι που ποτέ δεν γνώριζε τι ήταν.

(Με έκπληξη για τη σκέψη που έκανε και ταυτόχρονη παιδική απορία) Λες να εκδικιόταν τον Rudolf ; πλάκα θά΄χει.

Ε, λοιπόν, μικρούλια μου γονίδια, θα σας το πω. Ήθελα πάντα να πάρω τα δυό σας κεφαλάκια, να τα χαϊδέψω κι έπειτα να σας γαργαλίσω πάνω στο κρεβάτι.

(Παύση)

Ζωντανό 1920. Γύρω στα μεσάνυχτα. Ξαπλωμένος. Που ύπνος…Είχα αποφασίσει πια να φύγω απ΄το σπίτι. Οταν καίγεσαι, καίγεσαι. Χαρτί, μολύβι και (Ακούγεται ολόκληρο το τραγούδι με τον τίτλο Ferien, που ο Γιόχαν έγραψε και η μουσική του. Ο Γιόχαν κάθεται, διαδοχικά, σε

δύο-τρία τραπέζια της πλατείας. (Η παράσταση εδώ γίνεται απόλυτα ιδιωτική). Συνομιλεί με τους θεατές που κάθονται στα τραπέζια αυτά. Δεν ακούγεται από κανέναν άλλο, παρά μόνο από εκείνους. Τους απευθύνει τις εξής φράσεις: α)«Πώς σε λένε;» «Νομίζω πως η ζωή δεν χωρά αναβολές» β) «Πώς σε λένε;» «Δε βρίσκεις πως η απόδραση είναι καθήκον;» γ)«Πώς σε λένε;» «Ποιός ξέρει το μέτρο ;» «Όλα είναι όμορφα»)

Die Einladung hab’ ich gestohlen

Αuf dem Weg Sehnsucht zu treffen

Keine Fahrkarte

nimmermehr

Keine Fehlerkarte

nimmermehr

Wanderungen und Umzüge

Sind meine Vögel aus der Ηölle

Βγήκε σ΄ένα τέταρτο. Ανακούφιση. Επισήμως πια ζω.

Εκλεισα το φως και κοιμήθηκα.

-Γιόχαν, Γιόχαν έμαθα πως στο καμπαρέ Βlaue Vogel θέλουν επιπλέον χορευτές.

Ο Stefan, φίλος και προμηθευτής καλού χασίς.

Ανοιχτό 1920.

Φράγκα από το καμπαρέ ίσον φεύγεις απ΄το σπίτι, νοικιάζεις μια τρύπα, αποχαιρετάς τα άλση και πηδάς τη Bettine σε κρεβάτι, μαστουρώνεις με την ησυχία σου και ετοιμάζεσαι να φτιάξεις το δικό σου σχήμα. Χα,χα,χα.

(Με διφορούμενη επισημότητα) Το Νοέμβριο το debut του χορευτή ήταν πια γε-γο-νός.

(Στήνει με ρητορική θεατρικότητα το αυτί στο κοινό. Κατά βάθος ο μονόλογος συνεχίζεται. Ο ηθοποιός πρέπει να θυμάται πως στήνει αυτί,απλά, στη συνείδησή του) Για ν΄ακούσω, για ν΄ακούσω…αναστενάζει κανείς, συμπονά για τον «αξιοθρήνητο» ξεπεσμό μου ; Καμιά θλιμμένη συγκατάβαση εδώ γύρω; Τίποτα σφιγμένα δόντια για την ιεροσυλία ; Μπουρμπουλήθρες οργής για τη βεβήλωση ; Δεν ακούω, δεν ακούω…

Οποιος αηδιάζει ας φορέσει τη μάσκα του. Εγγυώμαι την ανωνυμία.

Τζαμπατζήδες κριτές, pret-a-porter αγανακτισμένοι μου, σας γελάσανε. Χα,χα,χα.

Το καταχάρηκα ! Έδειξα για τα καλά την ταυτότητά μου στο Schall und Rauch, έπειτα στο Blaue Vogel και στο Wilde Buhne.

Τέχνη αυθεντικά γερμανική, όπως η ζωή. Οποιος έχει μάτια βλέπει.

(Ανάβοντας τσιγάρο. Με μια κυνική, σχεδόν, αδιαφορία) Ζούμε στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει ένα και μόνο οικοδομικό τετράγωνο. Νέτα-σκέτα. Το ορίζουν οι εξής δρόμοι : ανταλλαγή, επιθυμία, διεκδίκηση, ικανοποίηση. Το επισκέπτονται συχνά οι δίδυμοι ιδιοκτήτες για να πάρουν τα νοίκια, ο κύριος Έρωτας και ο κύριος Θάνατος. Ιδιοκτησία τους. Εξ αδιαιρέτου.

(Ψιθυριστά σαν να εκμυστηρεύεται κάτι) Ουρανοκατέβατη λέει κληρονομιά.

(Προς τους θεατές) Ένα καμπαρέ αγαπητοί μου !

(Παύση)

Στο Wilde Buhne με θαύμαζαν. Τους έγραψα και τραγούδι. Σκέφτηκα πως ήταν καιρός να χλωμιάσει λίγο το πρόσωπο του Felix Joachimson. Στιχουργός ΄λέγαν. Και του Ηοllaender. Παρομοίως.

Καπέλωσα τους πάντες. Εμαθα πολλά. Γοητεύτηκα. Ενα πανηγύρι. Οι πάντες λυτοί, ξαμολυμένοι. Το καμπαρέ σου βγάζει τ΄άπλυτα με το γάντι. Γι΄αυτό αξίζει. Προσχήματα εξορισμένα. Μια ατόφια ευτυχία. Αν δε σου λείψει ζωή δεν κυνηγάς πανηγύρια.

(Μουσική***,ακούγεται το τραγούδι που έγραψε ο Γιόχαν για το καμπαρέ. Ο Γιόχαν κάθεται αμίλητος σ΄ένα από τα τραπέζια, με απλότητα και με ελάχιστες ή και καθόλου κινήσεις. Ο ηθοποιός πρέπει να δώσει την αίσθηση πώς γίνεται θεατής, πως ανήκει στο κοινό, πως χάνει την ιδιότητά του)  

(***Θα ήταν προτιμητέο, χωρίς αυτό να δεσμεύει τη δημιουργική φαντασία του μουσικού, να υπάρχει στη μουσική του τραγουδιού μια μικρή, νευρώδης εισαγωγή, να χρησιμοποιούνται τρομπέτες (κυρίως στη μέση και στο τέλος) που θα εξαπολύουν νότες μεταλλικές και καθαρές σα νερό, και να γίνεται, γενικά, πυκνή χρήση πνευστών)

 

La chemise

Il était été

quand ma mère m’a dit

Peigne-toi et mets

ta belle chemise

Mais en été le soleil

boit du vin à la peau

Le vent coiffe

les cheveux comme il faut

Et la mer fait mouiller des rêves salés

Alors, des cheveux tendrement caressés

Et la poitrine sans chemise

Écoute ca ma mère,

Sans chemise, sans chemise

Et cela, ha,ha,ha, c’est un ordre

un ordre

un ordre

 

La chemise a besoin du repassage

La chemise, la chemise

Le repassage d une maison

La chemise, la chemise

La maison dune femme

La chemise, la chemise

Et la femme - figurez-vous ! - du mariage

 

Mais je ne peux pas vivre

Dans ce désordre

Car j’aime mon corps

J’aime mon corps

J’aime mon corps

Et la nudité

Est sa protection

 

La chemise a besoin du repassage

La chemise, la chemise

Le repassage d une maison

La chemise, la chemise

La maison dune femme

La chemise, la chemise

Et la femme - figurez-vous ! - du mariage

 

(Τα φώτα επικεντρώνονται σε δυο-τρία σημεία της πλατείας που χρησιμεύουν ως τραπέζια των θαμώνων του καμπαρέ. Στη ροή του τραγουδιού, ως ζωντανοί διάλογοι μέσα στο κέντρο διασκέδασης, ακούγονται οι παρακάτω φράσεις)

-Μα πότε θα βγεί ο Γιόχαν;

-Σε λίγο κύριε.

-Adolf, πες στη Κλάρα να περάσει από το τραπέζι μου. Φέρε και μια σαμπάνια.

-΄Εφυγε, Georg, έφυγε. Η πουτάνα. Θα τη σκοτώσω. Με παράτησε, η βρώμα.

-Θα τα καταφέρω Grete. Μια μέρα θα φύγω. Θα δεις.

-Σε γελάσανε, αγοράκι. Εδώ είν΄η ζωή μου. Οι σωτήρες για την πάρτη σου.

-Μπύρα, μπύρα. Χα, χα,χα. Ούτε δουλειά, ούτε γυναίκα.

-Στήθηκε καλά η δουλειά. 2000 μάρκα, το πιστεύεις ; Μεταξύ μας, θα χύνω μέχρι τον άλλον αιώνα, χα,χα,χα.

Ο κόσμος μου.

-Κυρίες και κύριοι, ο Γιόχαν και η ομάδα του «χορευτές της άκρης» !

(Κάνει νόημα στους θεατές να χειροκροτήσουν ή πιάνει τα χέρια κάποιου από τους θεατές και τον κάνει να χειροκροτήσει. Αν δεν ανταποκρίνονται χειροκροτά ο ίδιος και δέχεται ως φυσική -αυτοσαρκαζόμενος- τη μη ανταπόκριση στο κάλεσμά του)

(Το φως μόνο πάνω του. Προσπαθεί και πάλι να κάνει χορευτικές κινήσεις ανεπιτυχώς. Ασθμαίνει και απογοητεύεται)

(Επιστρέφει και κάθεται στην πολυθρόνα. Γυρίζοντας σελίδα στο λεύκωμα, σταματά και κοιτά επίμονα μια φωτογραφία)

Ο Klaus. Ανήκε στους «χορευτές της άκρης».

Μύες που τρέμουν σα χορδές άρπας. Δυνατός λαιμός. Όμορφη δύναμη. Μηροί από γλύπτη. Όμορφη δύναμη. Απ΄τη δύναμη ο έρωτας.

Λατρεύεις αυτό που βγαίνει. Διψάς να αγγίξεις εκεί απ΄όπου βγαίνει. Ποτέ δεν είχα δισταγμούς.

(Ελάχιστη παύση) Νομίζω πως δεν υπάρχει χώρος για ερωτηματικά, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση. Ρε γαμώτο, απεχθάνομαι τις προκατασκευασμένες ντροπές. Δε λέω, η πολλή σιγουριά μου τη δίνει στα νεύρα. Αηδία. Βέβαια, το σκέφτεται κανείς, απορεί, έστω αμφιβάλλει  ενοχλητικά. Αλλά μέχρις εκεί, στο διάβολο. Λογοδοτεί ποτέ ο ήλιος γιατί  φέγγει σε όλους ;

(Παύση)

Ο Klaus. Στην αρχή, κλεφτές ματιές. Ύστερα, κάποιες χειρονομίες με νόημα. Για να πάρεις το ελεύθερο. Οι ευκαιρίες στις πρόβες πολλές. Τύχη. Το χέρι του, γλιστρούσε στα πλευρά μου. Συνομιλώντας, για το χορό, τον έπαιρνα απ΄τον ώμο. Τα δάχτυλά μου, βυθίζονταν, σχεδόν ανεπαίσθητα, στη σάρκα. Μικρά, ζουλήγματα, συμπιεσμένου, πόθου. Ήθελα να με φιλά στο λαιμό. Να νιώθω τα αξύριστα, δυό μερώ, γένεια του σαν ελαφρά τσιμπήματα καρφίτσας πάνω μου. Έγλειφα τις λίγες τρίχες στο στέρνο. Εκείνο το στέρνο…΄Ενα μυώδες χέρι αγκάλιαζε τη μέση μου κι έσφιγγε το χέρι μου στον ύπνο. Η θέα του στήθους έγινε θέα της πλάτης, μιας πλάτης με μυώδη αυλάκια πάνω της, όταν η ορμή μου έσβηνε λαχανιαστά.

(Παύση)

Θέλεις τον έρωτα απ΄όλες τις μεριές. Παίρνεις διαζύγιο από τα πρέπει. Όπως κάνει πάντα ο έρωτας. Μεθάς με την ίδια σου τη φύση. Δεν την αλλάζεις, κουταμάρες. Γελοιότητες στις αγορές των ηλιθίων.

Απλά, τη χρησιμοποιείς ιδιόμορφα.

(Κοροϊδεύοντας κάπως) Ιδιόμορφα…

Προτιμάς βρε αδερφέ.

Πλαγιάζαμε για χρόνια.

(Στρεφόμενος και πάλι προς τους θεατές και, στην ουσία, στις αντιρρήσεις της ίδιας του της συνείδησης. Δεν πρέπει ποτέ να χάνεται η αίσθηση πως μονολογεί) Οι κριτές, παρακαλώ, ας ανεβούν πρώτα στην παλαίστρα κι αν ξενερώσουν ας τη φτύσουν. Απ΄έξω, καλά θα κάνει κανείς να μη μιλά, ούτε να ενδιαφέρεται. Εεε, κύριοι, δεν σας κλέψαμε τη νομιμότητα της καύλας σας.

(Με σαρκαστική περιφρόνηση) Συνταγματικά ο ερεθισμός μας είναι απαραβίαστος, χα,χα,χα.

(Σηκώνεται και κάθεται στο γραφείο βάζοντας πάνω του τα πόδια)

Περίμενα τον Wolfgang Offenbach στο γραφείο του. Θά΄ταν εκεί γύρω στα 1924. Η σχολή πήγαινε περίφημα κι απ΄ότι έδειχνε πήγαινα ντουγρού για πρώτος χορευτής. Είχα βάλει όμως πλώρη για το δικό μου σχήμα. Βαριόμουν να τον περιμένω κι έριξα μια ματιά στα χαρτιά. Ανασήκωσα ένα φάκελο.

(Διασκεδαστικά) Κεραμίδα, αγαπητοί μου ! Ηλεκτροσόκ ! Το ποτάμι της ζωής μου θα κυλούσε ολάνοιχτο ! (Η λέξη «ολάνοιχτο» να προφερθεί μ΄ένα ανεπαίσθητο χ στην αρχή) Ο Offenbach ήταν ο ιδιοκτήτης του Αdmiralspalast και του Schall und Rauch ! Η χρυσή ευκαιρία. Αν το στοματάκι μου άνοιγε, η αμόλυντη υπόληψη του Wolfgang για τον κλασικό χορό - (με νόημα) μόνο; - θά΄τρωγε λιγουλάκι χώμα. Αν, όμως, έμενε κλειστό, ο γλυκός μου ο Wolfgang θα γινόταν ο μέγας χορηγός του σχήματός μου «οι χορευτές της άκρης» και θα αποκτούσα δικό μου χώρο. Α, όλα κι όλα, για να θυμηθώ και την προσφιλή έκφραση του Rudolf, ο κύριος Offenbach ήταν σκληρό καρύδι.

-Τα ψωμιά μου τά΄χω φάει πιά. Δε δίνω δεκάρα για μένα. Όμως το κύρος της σχολής… η γυναίκα μου δεν ξέρει τίποτα… ωστόσο, ταλαντούχε Γιόχαν, είμαι σκληρός στα πάρε-δώσε και τώρα τα παίζω όλα για όλα. Θέλεις σχήμα και χώρο, έγινε. Εγώ. Όμως εκτός απ΄τη σιωπή σου, θα μου προσφέρεις κι εσένα. Δε μπορεί να μη τό΄χεις καταλάβει τόσο καιρό. Αλλιώς, παίρνεις πόδι απ΄τα καμπαρέ, περιμένεις στην ουρά μέχρι να γίνεις πρώτος χορευτής, εκεί γύρω στη σύνταξη, και το σχήμα της αφραγκίας θα βγάζει δίσκο στα πανηγύρια της Βαυαρίας.

(Παύση)

Δεν ξέρω γιατί, όμως ποτέ δε φοβήθηκα τις ανταλλαγές.

(Παύση. Συσκότιση. Έπειτα φως μόνο στο γραφείο. Με κινήσεις δείχνει να του κάνει έρωτα εκεί. Ακούγονται ερωτικά βογγητά και παρεμβάλλεται ανάμεσα η φράση της Blumchen «Πρόσκλησηηη ! Κρατική Όπερα Βερολίνου. Η λίμνη των κύκνων». Απότομες φωτοχυσίες στις κρεμασμένες στους τοίχους φωτογραφίες του του χορού. Χειροκροτήματα και ιαχές «μπράβο, μπράβο»)

(Κάθεται και πάλι στην πολυθρόνα και ανοίγει το λεύκωμα) Η επιταγή τού Wolfgang μού΄λυσε τα χέρια. Ιδού ! Η πρόσοψη του Spielerisches Theater. Στα είκοσι δύο μου είχα πια το δικό μου χώρο τέχνης.

Τώρα, θα πέσετε στα νύχια μου.

(Το ρολόι του τοίχου χτυπά τρεις και μισή)

(Ανάβοντας ένα τσιγάρο) Ο Klaus με ηρεμούσε. Νάρκωνε τη φυγή μέσα μου. Τού΄πα πως η Blumchen μού δώρισε μια κληρονομιά που της είχε αφήσει ο θείος της, για να φτιάξω το χώρο μας. Εκεί γύρω στα 1926 με κάλεσε μια φορά θυμάμαι για φαγητό στο σπίτι των δικών του.

(Παύση)

Η Ingrid. (Ακούγεται ένας ξερός πυροβολισμός)

(Παύση)

Τα δύο αδέλφια δεν έμοιαζαν καθόλου.

(Γυρνά γρήγορα σελίδα στο λεύκωμα) Η Ingrid. Ήταν ηθοποιός. Η αβάσιμη  γοητεία μου. Κοντή. Μαλλιά πράσα. Μαύρα. Κατοικούσε στην οδό μετριότητας…και λίγο παρακάτω. Ένα ανάπηρο που το σέρνεις στη μαγεία, που το ταϊζεις με φως. Αυτό έκανα. Στοιχημάτισα στο μαύρο που έσερνε πάνω της, σε κάθετι κλειστό, μουντό. Από περιέργεια.

(Με συγκρατημένη ειρωνεία) Εγώ διψούσα για ταξίδι κι αυτή κοιμόταν. Κυριολεκτικά. Πήγαινε να πετάξει και η πτήση της σταματούσε ένα μέτρο απ΄το έδαφος. Η φαντασία δέκα χρόνια στην ίδια τάξη. Μου προκαλούσε πόνο και το διασκέδαζα. Τρελόγκα απίστευτη. Αχταρμάς από συμπλέγματα και φοβίες.

Δήλωνε πως δεν είχε ξαναπηδηχτεί ποτέ έτσι.

Εξαρτιόταν απ΄όλους και όλα, μέχρι για τα τσιγάρα ή τη δουλειά της.  Ωστόσο δήλωνε σιδηρούς καγκελάριος, χα,χα,χα, ο Βίσμαρκ ο ίδιος.

Για να πω την αλήθεια, ήταν πρώτης τάξεως πειραματόζωο για να κάνω εκδρομή σε σκοτεινές γωνίες μέσα μου. Άθελά της κι αυτό γαμώτο μου. Ε, λοιπόν, αυτός ο ιός, τούτο το κωλοβακτηρίδιο μού προκάλεσε λοίμωξη. Και που νά΄ξερε, το τσόκαρο, πως με παρασημοφορούσε…!

(Προς τους θεατές) Αγαπητοί μου, όταν ο έρωτας γεννιέται ως αβάσιμη γοητεία και προκαλεί λοιμώξεις, να ξέρετε πως ζήσατε.

(Ελάχιστη παύση)

Συνηγορεί κι ο δάσκαλος Χορός, ο γλυκούλης μου. Μού΄πε, λοιπόν, μια μέρα στ΄αυτί : «Αν επιχειρήσεις ένα απαιτητικό saute ή μια έξαλλη πιρουέτα, τα δώσεις όλα και κάτι σ΄εμποδίσει να τα καταφέρεις, να ξέρεις πως εκεί, πεσμένος στο έδαφος, κατάφερες το απαιτητικό saute και την έξαλλη πιρουέτα. Λάμπουν.».

(Παύση)

Τα γαμημένα τα κλειδιά ! Κι αυτή η πουτάνα η ζωή που όλο μ΄αυτά μπλέκει.

Ξεχάστηκα. Η Ingrid μια μέρα στριφογύρισε το κλειδί στην πόρτα μου κι είδε τον αγαπημένο της να παίζει μακριά γαϊδούρα με το αδελφάκι της.

Ο Klaus δεν έμαθε ποτέ τίποτα. Κατηγορούσε πάντα τον εαυτό του για το θέαμα που πρόσφερε στην αδελφή του. Νόμιζε πως την είχε διαλύσει. Εκείνη έφυγε μια βδομάδα μετά για περιοδεία στις Η.Π.Α.

Δεν την ξανάδα ποτέ.

Ποτέ. Η πιο πουτάνα λέξη στη ζωή. Μη την παραδέχεστε.

(Γυρνά αργά, με συγκρατημένη οδύνη και τραγικότητα, μια σελίδα στο λεύκωμα. Από μέσα πέφτει μια επιστολή. Τη σηκώνει, την ανοίγει ιερατικά και διαβάζει. Τονίζει ιδιαιτέρως τα τοπωνύμια κοιτάζοντας τους θεατές με νόημα. (Το γράμμα, πάλι, μπορεί να ακούγεται αν αυτή η λύση φαίνεται δοκιμότερη). Κατά την ανάγνωση του γράμματος, ακούγεται απαλά μουσική από ακκορντεόν)

Ρίτσμοντ, Βιρτζίνια, Η.Π.Α, 1927

Δεν ξέρω γιατί, μα επέλεξα να αυτοκτονήσω. Έχω μια τρύπα μέσα μου, ένα κενό. Δεν αγάπησα έτσι ποτέ άλλοτε. Ίσως να βαρέθηκα το ίδιο μου το συναίσθημα αυτό. Με βασανίζει. Είμαι ελαφριά. Είσαι ένα τέρας. Ένας κακούργος, φονιάς ελεύθερος στους δρόμους. Γιόχαν, μισώ που σ΄αγάπησα. Δε μου το συγχωρώ. Αυτοκτονώ από πείσμα. Έτσι, μόνο, μου φαίνεται πως μπορώ να σε χαστουκίσω. Είσαι ανεπανάληπτος και μου τη δίνει. Με σφράγισες για πάντα παλιοπούστη. Είχα νόημα να ζώ. Δεν θα ξεφύγω ποτέ. Θα τα ξαναπούμε καριόλη. Αγάπη μου.

Ingrid

 

(Παίζει λίγες νότες στο σαξόφωνο. Παύση. Έπειτα, αφού πιεί μονορούφι το ποτό του, σπάει με βιαιότητα το ποτήρι του στον τοίχο. Παύση. Μέσα σε έξαψη ανάβει όλα τα φώτα του δωματίου που βρίσκεται. (Ανάβουν όλα τα φώτα της πλατείας)

- (Χειροκροτήματα) Μπράβο, μπράβο, μπράβο

-Εξαιρετική παράσταση.

-Λίγο εκκεντρική, δε βρίσκεις;

-Απαράδεκτο. Δε σέβεται πια τίποτα. Κατάντησε το χορό μια αγριότητα. Απορώ τι του βρίσκουν.

-Είναι μια τέχνη που δεν καταλαβαίνω, ωστόσο σε καθηλώνει. Τί προσπαθεί να κάνει;

-Είναι αξιολάτρευτος, αυτός κι οι «χορευτές της άκρης». Ζωντανός χορός.

(Χτυπήματα στην πόρτα ενός φανταστικού καμαρινιού. Χτυπά με το χέρι του τήν πόρτα του παρακείμενου δωματίου (κουζίνας) ως αναπαράσταση)

-Παρακαλώ.

-Είσασταν μαγευτικός κύριε Φούχς.

-Ευχαριστώ.

(Χτυπήματα και πάλι στην πόρτα) -Θεϊκός Γιόχαν, θεϊκός. Είσαι ωραιότερος απ΄αυτά τα λουλούδια.

-Σ΄ευχαριστώ Wolfgang.

(Χτυπήματα και πάλι) -Αναμορφώνετε, πιστεύω, τη χορευτική τέχνη.

-Θά΄λεγα πως κάνω με συνέπεια τη δουλειά μου. Ευχαριστώ.

(Τα φώτα της πλατείας σβήνουν σιγά-σιγά. (Ο Γιόχαν σβήνει τα φώτα του δωματίου). Κάθεται στην πολυθρόνα του)

Στο Spielerisches Theater όλες μου οι πληγές ντύνονταν πανέμορφα ρούχα.

(Παύση)

(Ιερατικά) Το φως έπεφτε λοξά στη σκηνή.

Το φως ήταν η ευκαιρία μου. Το άλλοθί μου.

Ήθελα κάτι να συμβεί. Αφορμή ο χορός και τσαφ ν΄ανάψει μια φωτιά. Μπορούσα πια να οδηγώ το παιχνίδι. Το θέμα είναι να πειράξεις, πως το λένε βρε αδερφέ, να τσιγκλίσεις. Να προκαλέσεις ηλεκτροπληξία. Ηθελα καμουφλάζ για ένα ξεγυρισμένο μεθύσι. Να ζεις είκοσι τέσσερις ώρες ρε γαμώτο. Η επιτυχία έχει δύναμη κι η δύναμη ελευθερία να κινήσεις το πιόνι σου όπως γουστάρεις.

(Ελάχιστη παύση. Ιερατικά) Το φως έπεφτε λοξά στη σκηνή.

Το φως σε κρύβει εκεί που σε φανερώνει.

(Ενώ ο μονόλογος του Γιόχαν συνεχίζεται απρόσκοπτα, ακούγονται παράλληλα οι φωνές του Rudolf και της Blumchen : « και τι κατάφερε, μωρέ, τί έκανε ; για να μάθω…» «είμαι περήφανη γι΄αυτόν» «εσύ τον κατάντησες έτσι», «Πουτάνα». Ακούγεται ένα χαστούκι κι ένας λυγμός.)

Διασχίζεις τη σκηνή και οι φωνές δεν υπάρχουν. Τα χαστούκια λοξοδρομούν και δε σε πετυχαίνουν. Εκδικείσαι βλέμματα περιφρόνησης. Τα κάρα που σε μετέφεραν απο συνοικία σε συνοικία. Χρήματα ξεφτελισμένα που πληρώθηκες. Μικρά στρογγυλά ματάκια γεμάτα μικρές εξουσίες μικρών, τοσοδούλικων ανθρωπάκων που σου πατούσαν τη ζωή. Κι όλα εκείνα τα κοινά, τα πολύ συνηθισμένα. Αποκτάς δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα. Νομιμοποιείς το παράξενο, το απαράδεκτο.

(Ελάχιστη παύση. Ιερατικά) Το φως πέφτει πάντα λοξά. Παντού.

Όπου βρίσκεται ο μεγάλος χορευτής, Λονδίνο, Παρίσι,

Βερολίνο, Πράγα, Μόσχα, Νέα Υόρκη, …Ρίτσμοντ.

(Κάνοντας μια παιχνιδιάρικη κίνηση, φορτισμένη με μια λεπτή παράνοια πάθους) Σσςς. Το μυστικό : Ήθελα πάντα να εκραγώ.

Το φως δεν είναι για χόρταση. Τα ψώνια εδώ την πατάνε. Στριμώχνονται στο φως, χα,χα,χα.

Αν δε σε οδηγεί στο σκοτάδι, φασκέλωσ’ τα.

(Παύση)

Ο Klaus είχε μεθύσει. Περιοδίες, συνεντεύξεις, δείπνα, μεγάλα θέατρα.

(Με ανεπαίσθητη ειρωνεία) Το σχήμα μας. Οι «χορευτές της άκρης».

Τί ηλίθια αίσθηση να νομίζεις πως έφτασες ! Ξερατό.

(Παύση)

(Κραδαίνοντας το γράμμα της Ιngrid) Έτσι είσαι Ingrid ε ; Σου χρωστώ μιαν απάντηση.

-Λοιπόν, Klaus κόφτο. Και μάζεψε τα σάλια σου. Μου φέρνεις εμετό. Κι αν θες να μάθεις, όλα τούτα γίνανε γιατί πηδιόμουν με το Wolfgang, τ΄ακούς, τ΄ακούς ; Στο Wolfgang χρωστάς και τα φράγκα και την τέχνη σου.

(Παύση)

(Ψυχρά) Πάντοτε υπάρχει αντικαταστάτης. Ακόμα και για τους «χορευτές της άκρης».

(Σηκώνεται και βάζει άλλο ένα ποτό. Τζιν. Βηματίζει στο χώρο.)

Το 1933 μας έφερε τον Αδόλφο. Μια Γερμανία σε οργασμό. Μια Γερμανία σε παραλήρημα. Και να χάφτει αέρα, όπως όλες

οι…Γερμανίες. Παντού. Πάντα.

(Χλευαστικά) Χαριτωμένο παιδί ο Αδόλφος. Όπως όλα τους. Ανέκαθεν. Άπειροι γιοί της ίδιας μάνας. Της κυρίας ΝευρωτιΚούλας Ηλιθιάδου,                              το γένος Φοβισμένου.

(Στους θεατές) Α, μη μου ξυνίζετε τα μούτρα. Μπορείτε ελεύθερα να φορέσετε τη μάσκα σας. Ανακοινώθηκε πως το εργοστάσιο δεν έσπασε, ούτε προτίθεται να σπάσει, το καλούπι. Η μαζική του παραγωγή, λέει, είναι εκπληκτική. Η μεγάλη πλάκα είναι πως το παράδειγμα του Αδ[ε]ολφάκου μας (μπερδεύει επίτηδες το ε, δύο φορές, με το ο) , δεν είναι η εξαίρεση, γλύκες μου, είναι ο κανόνας, χα,χα,χα…της νοικοκυράς, του υπαλληλάκου και προπαντός του αξιοσεβάστου αντιπροσώπου του έθνους.

Εγώ δεν καταδέχομαι να ακουμπήσω τέτοιο γλυκό.

(Κάθεται και πάλι στην πολυθρόνα. Ανοίγει ξανά το λεύκωμα)

Ο μεγαλοβιομήχανος Albert Vogler, σημαντικότατος παράγων των Ενωμένων Χαλυβουργείων, μαζί με την αξιότιμη σύζυγό του. Ο  Γιόχαν ανάμεσα.

(Με αυτοσαρκασμό) Πάντοτε κοινωνικός ο γλυκούλης μου, ο χορευτάκος μου, πάντοτε ευπροσήγορος.

-Μα βέβαια και θα έρθω Herr Strobel. Τιμή μου να παρευρεθώ σε μια τόσο εκλεκτή ομήγυρη.

Αν έλειπες το μόνο που πετύχαινες ήταν να πολλαπλασιάσεις τα καχύποπτα βλέμματα γύρω σου και να ανοίξεις την όρεξη επιστήθιων «φίλων» για να γίνεις ένας νοστιμότατος μεζές σε «πολιτισμένα» σαγόνια.

(Γυρνά σελίδα στο λεύκωμα) Χορός στο Kaiserhof. Τό΄νιωθες, διάβαζες τη σκέψη τους: (σαν ακαθόριστο σούσουρο πλήθους χαμηλόφωνα, ψιθυριστά) «Ήρθε ο Γιόχαν;» «Τί λες κι εσύ Max, δεν κρατά κάπως, πώς να το πώ, αταίριαστα το ποτήρι;»

(Γυρνά και πάλι σελίδα) Στα εγκαίνια του εκθεσιακού χώρου της Mercedes-Benz στη Lenbachplatz του Μονάχου.

(Χαμηλόφωνα, ψιθυριστά) «Χαιρέτησε το von Schirach ;» «Πώς; Διαβάζετε τους Μπούντεμπρούκς;» «Μου φαίνεται πως προτιμά περισσότερο το ουίσκι» «Έντονα, υπερβολικά έντονα, τα χρώματα που επιλέγει, έτσι δεν είναι;»

(Γυρνά και πάλι σελίδα) Δεξίωση στην καγκελαρία του Ράιχ για την επέτειο του πραξικοπήματος. Ω, λάθος ! Της «επανάστασης», όπως προτιμούν να λεν δεξιά κι αριστερά.

(Χαμηλόφωνα, ψιθυριστά) «Ο διάσημος χορευτής μας έφυγε κάπως νωρίς, δεν νομίζετε;» «Οι γραβάτες του δε νομίζετε πως είναι κάπως …προκλητικά λυτές;»

(Γυρνά και πάλι σελίδα) Στο Spielerisches Theater με την ευκαιρία των δέκα χρόνων από την ίδρυσή του: (χαμηλόφωνα, ψιθυριστά) «Ακούει, νομίζω, αμερικανική μουσική», «Το κόκκινο χρώμα κυριαρχεί στις παραστάσεις του», «Ακούγονται, ξέρετε, φήμες για κάποια, χμ χμ, πως το λένε, ι-δι-αι-τε-ρό-τη-τα… συνήθως όλοι αυτοί…αλλά, διαδόσεις θα μου πείτε. Ο κόσμος δε θέλει πολύ…»

(Ανάβοντας τσιγάρο) Η πατρίδα μου στένεψε. Βάλθηκε να αποδείξει πως ο νάρθηκας είναι ό,τι πρέπει για να κάνει κανείς μια κυριακάτικη βόλτα. Ω, αυτό που πειράζει περισσότερο είναι ένας αέρας, ένας αέρας ενοχής. Λες κι η ζωή ολόκληρη ήταν υπόδικη γιατί υπήρχε.

Οι συγκεντρώσεις μας κι οι εκδρομές, να πίνεις μ΄ένα φίλο, να σου αρέσει ο Nekar, όλα, όλα έπρεπε να δώσουν διαπιστευτήρια για να ανασάνουν, αλλιώς… Κι αυτό παντού. Αυτό πειράζει. Αυτό σε πνίγει.

(Παύση. Γυρνά και πάλι σελίδα στο λεύκωμα)

Η παράσταση «χορός στη φωτιά» του Spielerisches Theater το 1936 ήταν ένας θρίαμβος.

(Ως υπόκρουση, από τη φράση «Ο Franz Torberg» μέχρι τη φράση «Τα πάνω-κάτω»,ακούγεται, συνοδευτικά, μουσική καμπαρέ*** , χωρίς, φυσικά, να αποθαρρύνεται κατ’ ουδένα τρόπο η δημιουργία νέας μουσικής) Ο Franz Τοrberg. Υψηλόβαθμο στέλεχος της Geheime Staatspolizei, της Gestapo πουλάκια μου. Γνωριμία παλιά, από το 1920. Τελικά, εδώ που τα λέμε, το καμπαρέ μου (το «μου» με και χωρίς τόνο ως εκφορά λόγου απ΄τον ηθοποιό) στάθηκε ο πιο πιστός μου φίλος. Μέχρι το τέλος.

(Κατευθύνεται προς το γραφείο) Καλά, καλά, μη γκρινιάζεις Herr Krebs, είσαι κι εσύ φιλαράκι πιστό και για να στ΄αποδείξω θα σου δώσω άλλο ένα φιλί. Σου αξίζει παλιόφιλε’ τόσην ώρα συγκρατιόμουν (και κάνει άλλη μια ένεση μορφίνης, ενώ το ρολόι του τοίχου χτυπά τέσσερις η ώρα)

(Ειρωνικά) Ο Franz έμεινε κατάπληκτος απ΄την παράσταση και επέμενε να βρεθούμε να πιούμε κάνα ποτό, να θυμηθούμε τα παλιά…

Πήγα στη Rosenheimerstrasse όπου βρισκόταν το γραφείο του. Η δεύτερη έκπληξη με περίμενε πίσω απ΄την πόρτα. Ο Erich Geiser ! Φίλος από το Blaue Vogel και πρώην εραστής του Klaus. Τώρα, υψηλόβαθμο στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ και κολλητάρι του Franz.

-«Βρέ παλιόφιλε ! Καλώς τον. Πόσα χρόνια με πας πίσω Γιόχαν… Α, μαθαίνω πάντα για σένα. Σου άξιζε εδώ που έφτασες, σου άξιζε. (Στην περίπτωση που ακούγεται ο Franz, ο Γιόχαν παίρνει μια σβούρα μέσα απ΄το κουτί που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη, γονατίζει στο κέντρο της σκηνής και παίζει με τη σβούρα του μέχρι να τελειώσει ο Franz) Θυμάμαι, από τότε στο Wilde Buhne. Πάντα κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο. Μας έκοβες την ανάσα, παλιόφιλε. Γιόχαν, δεν άλλαξες καθόλου.

(Ελάχιστη παύση) Είμαι βέβαιος πως και τώρα σε παθιάζει ακόμη το καινούργιο. Κι αυτή τη φορά είμαι κι εγώ στο πλευρό σου. Το υπηρετώ.

(Παύση)

Οι δρόμοι μας χώρισαν και να που η ζωή μας σμίγει ύστερα από τόσα χρόνια». (το «μας» με και χωρίς τόνο ως εκφορά λόγου απ΄τον ηθοποιό)

Σηκώθηκε, έκανε ένα κύκλο γύρω μου, κοκκάλωσε πίσω απ΄την πλάτη μου και μου ψιθύρισε στ΄αυτί :

-«Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα συνεργαζόμασταν, πως η τέχνη σου θα περνούσε απ΄το γραφείο μου για να υπηρετήσει τα υψηλά ιδανικά της Νέας Τάξης, Γιόχαν.

(Θριαμβευτικά) Αυτό που ονειρευόσουν γίνεται πραγματικότητα : αλλάζουμε τον κόσμο ! Κι εσύ, μπροστάρης απ΄το δικό σου μετερίζι να οδηγείς… Μα, δε μιλάς, δε λες κάτι.

(Ειρωνικά) Χα,χα,χα. Δεν πιστεύω ο παλιόφιλος νά΄χει βολευτεί σε τίποτα παλιομοδίτικα συντηρητικά κοστούμια επιτυχίας. Θά ΄πεφτα απ΄τα σύννεφα».

Έφερε άλλον ένα κύκλο γύρω μου και γι΄άλλη μια φορά κοκκάλωσε πίσω απ΄την πλάτη μου.

(Βοηθοί ή οι ίδιοι οι θεατές με παρότρυνση, τοποθετούν κορδέλες με τον αγκυλωτό σταυρό στις φωτογραφίες του Γιόχαν από το χορό, οι οποίες βρίσκονται στην πλατεία του θεάτρου. Για λίγες στιγμές ακούγονται ήχοι από ομιλίες του Χίτλερ, βομβαρδισμούς και φυλλωσιές)

- (Υποχθόνια και απειλητικά) «Εσύ που αγαπάς τόσο τη ζωή, θα ξέρεις πως πολλές φορές γίνεται σκληρή. Μας αναγκάζει να την (τονισμένο) ακολουθούμε. Αυτό δεν ήθελες να κάνει το θέατρο κι η τέχνη; Ή ξέχασες τι μας ελεγες; Υπηρετούν τη ζωή.

(Με νόημα και προσποιητό ενδιαφέρον) Αλήθεια Γιόχαν, δεν έχω μάθει καθόλου νέα για τον Klaus. Τί να κάνει αυτό το παιδί ; Α, θα ξέρεις υποθέτω, ο Wolfgang είναι κατάκοιτος. Ακούω πως έχεις στενές επαφές με τον Kurt. Καλό παιδί μα την αλήθεια. Όμως, βρε Γιόχαν τι ελάττωμα κι αυτό !

(Γελώντας) Κι ο κόρακας πιο άσπρος είναι απ΄το μαλλί του !

Αληθεύει πως ο πατέρας του ήταν εκπληκτικός μουσικός στη συναγωγή Μπετ Σαλώμ ; Να βάλω ένα ποτό; Τί έπαθες; Α, εσύ δεν ήσουν έτσι. Έπινες τον αγλέορα.

(Παύση) Τι αγωνία και κόπος θυμάμαι να φτιάξεις το δικό σου θέατρο ! (Εμφατικά) Δεν θέλω ούτε να το φανταστώ πως θα μπορούσες κάποτε να αναγκαστείς να το κλείσεις, να το εγκαταλείψεις…

Αλλά είπαμε, η ζωή. Τα πάνω-κάτω»

Εκτός απo έναν τυπικά φιλικό χαιρετισμό, ο Erich δεν είχε βγάλει κουβέντα όλη αυτή την ώρα. Στεκόταν σιωπηλός και μετρούσε, ζύγιζε. Και η σιωπή του απειλητική.

(Βάζοντας άλλο ένα ποτό, ρούμι)  Τους αποχαιρέτησα «εγκάρδια» και υπεροπτικά.

(Ελάχιστη παύση)

Το όνομα του Kurt δεν έπεσε, βέβαια, τυχαία στο τραπέζι. Εκείνη την εποχή η «ειδική» μέριμνα για τους ομοφυλόφιλους είχε ομολογουμένως θεσπέσιο πρόγραμμα : η αστυνομία έκανε νυχτερινές εφόδους, τσάκωνε ομοφυλόφιλους και τους έστελνε σε στρατόπεδα εργασίας. Άλλοτε τους ευνούχιζαν, τους φυλάκιζαν.

(Στρεφόμενος στους θεατές) Ε, σιγά. Συγκρατείστε την «ιερή» σας αγανάκτηση. Δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα. Δόξα τω Θεώ το ανθρώπινο μυαλό πάει να κλατάρει από εφευρέσεις. Ας πούμε πως κάποτε γίνεται πιο… «ευγενικό».

Συνήθως μας τρομάζει το φανερό. Το κρυφό έχει τη χάρη να μη μας χαλάει τον ύπνο. Αχ, πονηρούληδες…

(Ανάβοντας τσιγάρο) Ως γνωστόν, η ιδιαιτερότητα, κάθε ιδιαιτερότητα, φοβίζει. Συνιστά απειλή για το αραλίκι στον καναπέ του συνηθισμένου. Προκαλεί ζήλεια. Ακόμη περισσότερο, είναι κάτι σα μεγεθυντικός φακός της κακομοιριάς μας.

Τελοσπάντων, φλυαρίες ενός μοναχικού χορευτή.

(Παύση)

Η αστυνόμευση στο κρεβάτι μου δε με ενδιέφερε. Θα συνέχιζα να πηδιέμαι όπως μου κάπνιζε, όσο τους έκανα να μ΄έχουν ανάγκη. Το παιχνίδι για μένα παιζόταν αλλού. Στο χορό.

(Παύση)

Θυμάσαι Wolfgang, μ΄έναν εκβιασμό μού΄χε ανοίξει ο δρόμος του χορού. Το μόνο που δεν άντεχα στη ζωή είναι ο εγκλωβισμός. Περίεργο, αλήθεια, και σαγηνευτικό: ο χορός που αγάπησα αποφάσισε να μ΄εκβιάσει ο ίδιος, να με εγκλωβίσει. Το όνειρο της ζωής μου ν΄αποκτήσω δικό μου θέατρο έγινε μέσο εκβιασμού για να υπηρετήσω τους Ναζί ! Ήταν σαφές’ θά΄μπαινε λουκέτο και ο μεγάλος καλλιτέχνης θα θαβόταν αργά και μεθοδικά μέ τη συνοδεία «θρήνων» απ΄τους θαυμαστές του για το πρόωρα χαμένο τέρας της τέχνης. Α, όχι, όχι. Αποφάσισα να μη σας κάνω τη χάρη. Τα σκληρά καρύδια δεν είναι για ούλα παιδικά. Ο Γιόχαν δεν παίζεται αγόρια. Θα παίξω το παιχνίδι σας παίζοντας το δικό μου. Θα δεχτώ τον εκβιασμό.

(Ακούγονται και πάλι ήχοι από φυλλωσιές, κλαδάκια να σπάνε και δημιουργείται, στιγμιαία, μέσω φωτισμών η αίσθηση της έναστρης νύχτας) Αγαπητέ μου χορέ, θα δω πως είναι να χορεύεις γελοιοποιώντας το χορό !

(Με νόημα) Δεν είναι κακό να μαθαίνει κανείς τις σκοτεινές πλευρές της αγάπης του.

Ασε που, για να πούμε την αλήθεια, όλος αυτός ο παροξυσμός για δύναμη, που πλημμύριζε τη Γερμανία, με τον καιρό μ΄είχε συνεπάρει. Είναι μεθύσι η δύναμη.

(Ακούγεται το ρολόι του τοίχου να χτυπά τέσσερις και μισή)

Ωστόσο, όσο περνούν τα χρόνια παγώνει μέσα μου η αίσθηση πως ο χορός ήταν μόνο το πρόσχημα.

Α, όχι πως δεν τον αγαπούσα. Όχι. Όχι. Αγαπάμε πάντα τις αφορμές μας.

(Ελάχιστη παύση) Ισως να ήθελα όμως να τον εξαπατώ.

Και να νομίζω πως το καταπίνει. Ευχαριστημένος και υποχρεωμένος.

Άραγε τί έκρυβα με το χορό;

Τί κρύβουμε στους «χορούς» μας;

(Παύση)

Ακόμη αναρωτιέμαι : ήμουν ποτέ αληθινά ερωτευμένος ;

Ερωτευμένος με το χορό, την Rosa, τον Klaus, τον Kurt, τη Helene, την…Ingrid την Ingrid 

(Παύση)

Τον…πώς τον έλεγαν; με τα μακρυά δάχτυλα…

Και την…χαμένο κι αυτό το όνομα. Έμενε κάπου στο Άαχεν θυμάμαι.

(Παύση. Παίρνει το σαξόφωνο και κάθεται οκλαδόν στο προσκήνιο, καταντικρύ στους θεατές. Αφήνει το σαξόφωνο πάνω στα πόδια του)

Ποτέ δε μου άρεσε ένα πλήρες πρωινό. Βέβαια, θα μου πείτε, είναι ό,τι χρειάζεται για ν΄αρχίσει η μέρα. Σου προσφέρει μπλα μπλα μπλα και σου προσφέρει μπλα μπλα μπλα. Σύμφωνοι παίδες, θα μου έκανε πολύ καλό αλλά ξεχνάτε το βασικότερο : εγώ αποφασίζω. Αν έχει αξία κάτι, είναι αυτό το εγώ. Ε λοιπόν, εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος ν΄αντισταθώ στις παρελάσεις του Φύρερ. Ας πούμε πως ένιωσα πάλι την ανάγκη νά΄χω καλοξυσμένα μολύβια. Μου προξενεί εμετό κάθε διατεταγμένος ηρωισμός.

(Ψιθυριστά σαν να εκμυστηρεύεται κάτι) Άσε που τον υποψιάζομαι για πλαστοπροσωπία.

(Παύση)

(Σηκώνεται και μιλά με την πλάτη στους θεατές, κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, μέχρι τη λέξη «επαγγελματικά». Το πρόσωπό του στον καθρέφτη είναι εμφανές στους θεατές) Πήρα τηλέφωνο τον Franz και του έστειλα πεσκέσι τον Kurt μαζί με κάνα δυό άλλους που δεν θα τους έβρισκε ούτε νά΄χε το Θεό μπάρμπα.

Σκέφτηκα πως είναι καιρός να πάρει λίγο καθαρό αέρα ο Kurt σε κάνα στρατόπεδο. Η Τρεμπλίνκα είναι μια χαρά μέρος.

(Παύση)

Πώς είναι να μη φοβάσαι να (φτύνει στον καθρέφτη) φτύσεις τα μούτρα σου στον καθρέφτη ; Το σάλιο, λένε, έχει θεραπευτικές ιδιότητες. (με το δάχτυλό του διαγράφει πάνω στον καθρέφτη μια πορεία με το σάλιο του)

Η μάνα του θα πεθάνει, θα σβήσει απ΄τον καημό. Ναί, αλλά ίσως μερικά σάλια στον καθρέφτη και μια κλωτσιά στο βάζο ενδιαφέρουν περισσότερο από τον καημό της μανούλας (δίνει μια κλωτσιά στο βάζο που βρίσκεται στο πάτωμα)

(Ψιθυριστά) Ανακάλυψα - και το πέρασα στο χορό μάγκες - πως όταν αντικρύζεις την ενοχή σου μαλακώνεις, γίνεσαι ένα αχνιστό καρβέλι ψωμί.

(Αλλάζοντας τόνο) Ε, όσο για το χορό… είπαμε, ένα πείραμα είναι η τέχνη. Ασε που δεν πρέπει να την παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά. Λίγος βηματισμός χήνας, - καλά, καλά με ξεκουφάνατε, κομψός  και αδιόρατος - μαζί μ΄ άλλα παρόμοια καρυκεύματα στα μεγαλόπνοα saute του χορευτή μας και ιδού ένα πείραμα πρώτης τάξεως για το πόσο μπορεί να τσαλακώνεται ο χορός.

(Ειρωνικά) Φτωχοί μου Franz και Erich όλου του κόσμου ! Βέβαια και είμαι πρωτοπόρος. Ηγέτης, λαπάδες μου. Άλλο, γλυκούληδές μου, να… (χλευαστικά) διαχειρίζεσαι το μαύρο και άλλο να του κάνεις άφοβα έρωτα. Επαγγελματικά.

(Συνομιλώντας με τις συνειδησιακές του τύψεις, στρέφεται στους θεατές και τους σαρκάζει, δείχνοντας πρόσωπα με το χέρι του)

Κυρία ΣυνειδηΣούλα Ετοιματζίδου, ξέρεις πως ειναι να αντέχεις να κοιτάς μάτια που σε κοιτούν με περιφρόνηση ; Να τα κουβαλάς μέσα σου

μια ζωή ; Να γεμίζεις ανεξόφλητα χρέη με δική σου πρωτοβουλία ;

Κι εσείς κυρία Χαρίκλεια Ευπατρίδου, μετά του αξιοτίμου συζύγου σας Νικηφόρου, γνωρίζετε πως έχω δικαίωμα στη δειλία, στο φόβο ; Πως δεν επιθυμώ να σας γνωρίσω μήπως; Πως έχει ομορφιά κι η λιποταξία;

Κι εσείς δεσποινίς μου Αγνή Σκληροπούλου, γίνατε ποτέ περίγελως του εαυτού σας ; Τολμήσατε ποτέ; Περπατήσατε ποτέ χωρίς ρούχαααα;

(Παύση)

(Γαλήνια) Ξεχάσαμε να συγχωρούμε.

(Παίρνει το λεύκωμα, κάθεται στην πολυθρόνα και το ανοίγει κοιτάζοντας για λίγο τις παρακάτω φωτογραφίες κι έπειτα εκτοξεύοντάς τες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Να χτυπάει σε κάθε αναφορά χρονιάς ταυτόχρονα και το ρολόι του τοίχου μια ώρα)

Με τον Γκαίμπελς το ΄38 στην παράστασή μου «Ο χορός του νερού».

(το ρολόι του τοίχου χτυπά πέντε η ώρα)

Η Εύα Μπράουν μας είχε πρήξει στις επισκέψεις το ΄39. Ξετρελάθηκε με την παράσταση «Πολύ ροζ για να το αντέξεις». (το ρολόι χτυπά πέντε και μισή)

Ο Γκαίρινγκ. Μια κοιλάρα που ήρθε να δει την παράσταση «Η γοητεία των εκρήξεων», 1940. (το ρολόι χτυπά έξι)

Το ΄41. Ο ίδιος ο Φύρερ. Στην παράσταση «Η ευθεία πορεία της δύναμης». (το ρολόι χτυπά έξι και μισή)

Λουλούδια για την παράσταση «Μαύρη πολυχρωμία», 1942. (το ρολόι χτυπά εφτά η ώρα)

(Κλείνει απότομα το λεύκωμα)

Αρκεί.

(Παύση)

Μυστήριο πράγμα ! ΄Εμαθα στη ζωή πως τα καλύτερα ταξίδια τα κάνει κανείς με σαπιοκάραβα !

Ήταν ολοφάνερο. Το σαπιοκάραβο των Ναζί βυθιζόταν πια. Δεν ήθελα να δοκιμάσω πως είναι να σε παίρνει μαζί του στο βυθό.

(Εύθυμα με ελαφρότατη ειρωνεία) Κάποια άλλη φορά ίσως παιδιά, να μη μου μείνει και η απορία.

Τώρα δεν είχα τίποτα να χάσω φεύγοντας. Η φυγή ήταν δρόμος. Ο χορός, ήταν πια πίσω μου κι αυτός. Τί να κάνουμε, αν είσαι αχόρταγος ξεπερνάς τα όνειρα.

(Παύση)

(Με μια ελαφριά σύσπαση πόνου κάνει άλλη μια ένεση μορφίνης) Εδώ που τα λέμε, σ΄έναν πιστό φίλο, οφείλει κανείς στιγμές αληθινές, γεμάτες παρηγοριά, σαν και τούτη, σήμερα. Krebs, Dankeschon.

(Aνοίγοντας και πάλι το λεύκωμα)

Τύχη και τούτη ! Δεν πολυσυμπαθούσα τις φωτογραφίες. Πάντα με φωτογράφιζαν άλλοι.

Ιδού, ο Helmut. Τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο το Δεκέμβρη του ΄44. Ύστερα από 23 χρόνια. Γέρος, αλλά στητός ακόμα.

Α, ναι βέβαια, ξέχασα. Η γνωριμία μας ήταν καμιά δεκαριά κρεβάτια που κάναμε, όταν είχα ανάγκη για χρήματα. Φοβισμένος άνθρωπος πάντα και καταδεχτικός. Ανώτερη θέση και γνωριμίες. Αναζητούσα τρόπο φυγής. Ο κλήρος έπεσε στον Helmut. Φυσικά, ούτε λόγος στον άσπονδο φίλο μου Franz και σ΄όλο το σκυλολόι.

Τους έλειπε τόσο η φαντασία, που θα μ΄έγδερναν ζωντανό.

Εν ονόματι των παλιών καλών κρεβατιών μας απ΄την εποχή των καμπαρέ, ο Helmut μου δώρισε ένα καλλιτεχνικά -όπως ταίριαζε στον κάτοχο- πλαστό διαβατήριο και με βάφτισε, χα,χα,χα Michel Flambeaux. Άψογο ! Γάντι !

Τα γαλλικά της Mutterchen φάνηκαν χρήσιμα γι΄ άλλη μια φορά.

Πέρασα στη Γαλλία κι από εκεί γραμμή για τις Η.Π.Α.

(Παύση)

Είναι να γελά κανείς. Μετά το χαιρετισμό μου με το άγαλμα της ελευθερίας στη Νέα Υόρκη, κατέληξα πού αλλού; μα στη Βιρτζίνια φυσικά.

Λες κι είχα ραντεβού με την Ingrid. Αν μπορούσε, θα ακολουθούσε την τακτική του μπαμπά Rudolf στα μάγουλά μου. Καμιά δωδεκάδα επισκέψεις για νά΄ρθω στα ίσα μου. Χα,χα.

(Μικρή παύση)

Στη Βιρτζίνια το σαξόφωνο του Wilhelm φάνηκε χρήσιμο. Ο μεγάλος χορευτής διδάσκει στο Ωδείο εδώ και δέκα χρόνια.

(το ρολόι του τοίχου χτυπά εφτά και μισή)

Αυτό το καταραμένο ρολόι δε λέει πια να ησυχάσει μ΄αυτούς τους δαιμονισμένους χτύπους του.

Καλά, καλά χρυσό μου, ο κύριος καθηγητής, πάντα συνεπής στα ραντεβού του, θα παρευρεθεί για μια ακόμη φορά στη σχολή για την ημέρα των αποτελεσμάτων.

(Με βαθιά τρυφερότητα) Φαντάζομαι χαρά ο John !

Θα γίνει ξακουστός μουσικός γιατί δε φοβάται τα λάθη.

Ο Ray διαθέτει ευγένεια και κρυφή δύναμη. Ίσως ένας καλός καθηγητής στο μέλλον.

Αυτό που αξίζει στο Simon είναι τ΄αστεία του. Δεν είναι για κάτι περισσότερο, μα τον γουστάρω.

(Ξεφωνίζοντας) Στραγγίξτε τα όλα μάγκες !

(Παύση)

Είναι πολλά δέκα χρόνια στο ίδιο σημείο. Ποτέ δεν καταδέχτηκα να με κρατήσει τίποτα. Στη Βιρτζίνια, φαίνεται, θέλησα ν΄αποκοιμηθώ.

(Παύση)

Έχουν χαθεί πια όλα. Εδώ και καιρό.

Το ΄47 έμαθα πως τη Mutterchen την ξεκούρασαν οι φιλεύσπλαχνες βόμβες των συμμάχων.

(Ελάχιστη παύση) Ποτέ δεν τα είπαμε όλα. Μείναν λέξεις ξεκρέμαστες στα χείλη μας. Τη σεργιανάει τώρα η Βαυαρία με τα πανηγύρια της. Είμαι βέβαιος.

(Ξεφωνίζοντας) Δώστου μανούλα !

Ο Rudolf είχε να δώσει σημεία ζωής από το ΄38.΄Ανοιξε η γη και τον κατάπιε. Πώς θα΄ταν το χάδι μ΄εκείνη την τεράστια παλάμη ; Ή μια βόλτα για καφέ ; Πιστέψτε με, δεν τον είδα ποτέ να ξυρίζεται, ούτε ξέρω πώς κοιμάται. Κοίτα πράματα!

(Χαμογελώντας φιλικά) Ο χορός λαχανιάζει πια. Επιχειρεί άλματα μόνο στην πολυθρόνα. Όσο για πιρουέτες… ίσως στον πάτο του ποτηριού, χα,χα (χειροκροτεί μόνος του).

(Με συγκατάβαση) Βουβάθηκαν οι θόρυβοι. Μαρκίζες και υποκλίσεις, τραγούδια και μουσικές… Λίγο τό΄χεις ; Ηρέμησαν τ΄αυτιά μου, ενοχλούνται πια μόνο όταν θέλουν.

(Παύση)

(Αποδεχόμενος τρυφερά τον πόνο, κατευθύνεται προς το γραφείο και κάνει άλλη μια ένεση μορφίνης) Λοιπόν κύριε Krebs, οφείλω να υποβάλλω τα σέβη μου. Άν δεν υπήρχες, θά΄χα μια ήσυχη νύχτα και τίποτε απ΄όλα τούτα δεν θά΄χε συμβεί. Με κρατάς ζωντανό, παλιόφιλε. Dankeschon.

(Κοιτάζοντας τις παρτιτούρες) Η μέρα των αποτελεσμάτων.

Υπάρχουν αποτελέσματα;

Λοιπόν, μεγαλύτερη πλήξη και δυσφορία από το να κρίνω δεν έχω νιώσει.

Η μέρα των αποτελεσμάτων.

(Ελάχιστη παύση)

Ε λοιπόν, στο διάβολο η κρίση. Και δεν θα υπάρξουν αποτελέσματα. Δόξα τω Θεώ, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη τον κύριο καθηγητή. Έχουν το μέλλον δικό τους. Oι μουσικοί βρίσκουν το δρόμο από μόνοι τους.

Καιρός να σχίσω άλλη μια μάσκα. Είχε αρχίσει να μου χαλάει το πρόσωπο. Αρκετά. ΄Ενας Γερμανός δεν ανήκει στη Βιρτζίνια.

Έ, γέρο μου, ψιλοβολεύτηκες στην πολυθρόνα; Ναί, αλλά η καρδιά σου χτυπά στο Βερολίνο.

(Τραγουδώντας) Wanderungen und Umzuge.

Ακούγονται φωνές στο σπίτι της Unter den Linden ; Πού πέθανε η Blumchen ;

Γέρο-Rudolf λες να σε πετύχω σε καμιά γωνιά; Κερνάω καφέ, α, όλα κι όλα.

Να ξαπλώσω στις όχθες του Nekar

Ζει το Wilde Buhne ;

(Ειρωνικά) Άραγε ο σφυγμός της Nollendorfstrasse να έπεσε θανάσιμα μέσα στην γεμάτη «θαλπωρή» αγκαλιά των «συμμάχων» ;

Καιτο Spielerisches Theater ; To θέατρό μου. Η ζωή μου επενδυμένη σε τοίχους…

Σεργιάνι στη Friedrichstrasse. Ξενύχτι στο Lichtenberg ανατολικά, σαν σκοπός.

Ζει ο Klaus ;

Ταξίδι. Πτήση για Βερολίνο. Χορός λοιπόν ξανά. Ιπτάμενος χορός.

RocknRoll αλά Γιόχαν παίδες.

Στον αστερισμό του μυρίζομαι πως μπαίνουμε.

(Βάζει ένα δίσκο στο πικ-απ με Rock ’ n’ Roll μουσική (το Rock around the clock στην εκδοχή του Bill Haley) και ανοίγει τα χέρια του σα φτερά για να πετάξει. Ενώ ακούγεται το τραγούδι, εκείνος κάνει τις πρώτες κινήσεις για την ετοιμασία του ταξιδιού)

Ε, οι φρουροί αλλάζουν βάρδιες.

(Παίρνοντας τη βαλίτσα) Απ΄τη γωνία, τούτη η βαλίτσα, στέκεται για λίγο καταμεσίς στο δωμάτιο κλίνει επ΄αριστερά και βουρ για Βερολίνο ! (Τραγουδώντας) Auf dem Weg Sehnsucht zu treffen

(το ρολόι του τοίχου χτυπά οχτώ η ώρα) Η επόμενη πτήση για την πατρίδα μου θα με πάρει μαζί της.

Λοιπόν τί παίρνουμε ;

(Κάνει μια κίνηση να πάρει δυο βιβλία απ΄τη βιβλιοθήκη) Μπα που καιρός εκεί για διάβασμα. Εκεί θα με φάνε οι δρόμοι.

(Κάνει δυο γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο, αλλά κοκκαλώνει απότομα)

(Με ειρωνική αμφιβολία) Ρούχα νομίζω θα υπάρχουν κι εκεί, έτσι δεν είναι; Περιττόν.

(Κοιτά το λεύκωμα) Εσύ χρειάζεσαι στην απουσία. Ξόφλησες λοιπόν τώρα. Σ΄αφήνω γειά.

Μα για στάσου, για στάσου. Τίποτα μαζί ;

(Σιγοτραγουδώντας) Keine Fahrkarte

(Κοιτά ολόγυρα. Η ματιά του σταματά στο σαξόφωνο. Το ανασηκώνει και του μιλά) Εσύ φρουρέ της άλλης γωνίας αρκετά με φύλαξες. Λέω να σε στείλω μετάθεση με εύφημη μνεία στην αγκαλιά του John. Ρίξτα, λοιπόν, για τελευταία φορά. Ένα τραγούδι του χορευτή απ΄τα μοναχικά του βράδια.

(Βάζει το δίσκο του στο γραμμόφωνο. Ένα μπλουζ. Κατά τη διάρκεια του τραγουδιού στροβιλίζεται στο χώρο με τα χέρια ανοιχτά, σα φτερά, να πετά)

Travelling hand

 

Well the story tells my glance’s warmth is sailing away

 

Ain’t need you to comb my hair

Ain’t tell you there is still light

All I want baby is but your hand

When I’m getting honey-baby just out of your sight

 

Travelling hand baby                                   yeah

Travelling hand                                              right

Travelling hand baby

Your travelling hand

Escorts the crackle of my dreams

And shelters childish plans

 

Boring laments just freeze my fears

The empty space disdains the tears

My signal ticket your body heat

When I’m lying unprotected in an open field

Travelling hand baby                                 come on yeah

Travelling hand

Travelling hand baby                                carnal wisdom, right

Your travelling hand

Escorts the crackle of my dreams

And shelters childish plans

(Κοιτά ολόγυρα) Λοιπόν, τίποτα μαζί ; Δεν παίρνω τίποτα ; Μα πώς τίποτα, παίρνω εμένα !

Λίγο τό΄χεις ; χα,χα,χα.

(Τρέχει στον καθρέφτη, χτενίζεται, αρωματίζεται και φτιάχνει τη γραβάτα του. Διακόπτει κάθε κίνηση ευπρεπισμού του πίνοντας κρασί και τραβώντας τζούρες απ΄το αναμμένο τσιγάρο του)

(Κομπιάζοντας από τον πόνο) Κι όπως φαίνεται όχι μόνο εμένα. Βρε φιλαράκι Herr Krebs δε λες να ξεκολλήσεις. Δεν κάνουν έτσι οι φίλοι. Γίνεσαι πολύ ενοχλητικός. Είναι στιγμές που θέλω να μείνω μόνος, βρε αδερφέ. Α, στ΄αλήθεια μ΄εκνευρίζεις. Φίλοι-φίλοι, αλλά σου ζητώ να μ΄απαλλάξεις της παρουσίας σου.

(Βηματίζει σ΄όλο το χώρο και καθώς προχωρά χαϊδεύει τα αντικείμενα. Περνά το χέρι του από το γραφείο, τον τοίχο και την πολυθρόνα) Φιλαράκια, ευχαριστώ για τη φιλοξενία. Ήταν πραγματικά βασιλική. Βασιλική ! Ό,τι χρειαζόταν σε μοναχικούς ταξιδιώτες. Κοντά σας δεν κρυώνει κανείς. Ζεσταινόμαστε οι απροστάτευτοι. Ζεσταίνετε τις επιθυμίες μας. Ευγνώμων, φιλαράκια.

(Ανοίγοντας και πάλι τα χέρια σαν να πετά) Η Under den Linden με περιμένει ! Έξω πια. Τώρα μόνο έξω. Στον ανοιχτό αέρα. Δεν χρειάζεται φιλοξενία. (Καθώς μιλά, προχωρά προς τον καλόγερο και εκσφενδονίζει ολόγυρα γραβάτες, καπέλα, κ.λ.π) Σε φυσά ο αέρας και πας. Grunewald, Jungfernbrucke, Neues Ufer. Έξω. Εκεί θα μείνω, έξω.

(Με μια εντονότερη σύσπαση πόνου και αδιαφορώντας) Μα Herr Krebs!

(Μ΄ένα αίσθημα μετριοπαθούς νίκης) Να μια καλή ερώτηση: Πώς φαίνεται ένας τάφος από ψηλά ; Ιngrid, δεν μπορώ να πω πως στενοχωριέμαι που δεν θα σε επισκέπτομαι.

(Με τα χέρια και πάλι ανοιχτά σαν να πετά) Με συμπαθάς, μα ο χορευτής είναι για να πετά, saute !

(Ψιθυριστά) Άλλωστε, να σου πω το μυστικό, ίσως να μην υπήρξες ποτέ. Ωστόσο, σε φιλώ, σε φιλώ και σου κρατώ το πίσω μέρος του κεφαλιού.

(Ενοχλημένος) Herr Krebs !

Η ώρα είναι οχτώ.

(Με εξοργισμένη απορία) Και τα παράθυρα ακόμη κλειστά.

(Θυμώνοντας ήπια με τον εαυτό του) Γεροξεκούτης χορευτής.

(Ανοίγει το παράθυρο. Λούζει άπλετο φως τη σκηνή που μπαίνει, ωστόσο, λοξά) Φώς, παρακαλώ, φώς. Ό,τι αρμόζει σ΄έναν χορευτή της τάξης μου ! Χα, χα,χα.

(Με ανακούφιση) Επιτέλους, μια μέρα που θα απολαύσω πραγματικά το φως.

(Ειρωνικά) Χωρίς τάξη και αποτελέσματα.

(Ενοχλημένος) Krebs !

(το ρολόι χτυπά οχτώ και μισή. Με τα χέρια ανοιχτά σα να πετά) Δαιμονισμένο, χτύπα όσο γουστάρεις. Αδιαφορώ πια. Ουουου παλιοτόμαρο, για μένα σταμάτησε βρε ο χρόνος. (το ρολόι χτυπά εννέα η ώρα) Είμαι ήδη στην πατρίδα, κάθαρμα.

(Ενοχλημένος και με τη λέξη μισή στα χείλη του) Kreb 

Τελικά η ευγένεια είναι

(όπως έχει τα χέρια ανοιχτά, σαν να πετά, και γυροφέρνει το δωμάτιο, σωριάζεται, ξαφνικά, νεκρός)



* ** Ακούγεται η μουσική του Rudolf Nelson : 1) Tamerlan, 2) O du Peruanerin, 3) Made in Germany